to break your word, break trust
Πλήρης κλίση του ρήματος αθετώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αθετώ
εσύ αθετείς
αυτός/αυτή/αυτό αθετεί
εμείς αθετούμε
εσείς αθετείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αθετούν / αθετούνε
Παρατατικός
εγώ αθετούσα
εσύ αθετούσες
αυτός/αυτή/αυτό αθετούσε
εμείς αθετούσαμε
εσείς αθετούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αθετούσαν / αθετούσανε
Αόριστος
εγώ αθέτησα
εσύ αθέτησες
αυτός/αυτή/αυτό αθέτησε
εμείς αθετήσαμε
εσείς αθετήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αθέτησαν / αθετήσαν / αθετήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αθετώ
εσύ θα αθετείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αθετεί
εμείς θα αθετούμε
εσείς θα αθετείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθετούν / θα αθετούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθετήσω
εσύ θα αθετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αθετήσει
εμείς θα αθετήσουμε
εσείς θα αθετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθετήσουν / θα αθετήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αθετήσω
εσύ να αθετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αθετήσει
εμείς να αθετήσουμε
εσείς να αθετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αθετήσουν / αθετήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αθετήσει
εσύ έχεις αθετήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αθετήσει
εμείς έχουμε αθετήσει
εσείς έχετε αθετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αθετήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αθετήσει
εσύ είχες αθετήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αθετήσει
εμείς είχαμε αθετήσει
εσείς είχατε αθετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αθετήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αθετήσει
εσύ θα έχεις αθετήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αθετήσει
εμείς θα έχουμε αθετήσει
εσείς θα έχετε αθετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αθετήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αθετείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αθέτησε
(εσείς) αθετήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αθετούμαι
εσύ αθετείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αθετείται
εμείς αθετούμαστε
εσείς αθετείστε
αυτοί/αυτές/αυτά αθετούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό αθετούνταν / αθετείτο
εμείς αθετούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αθετούνταν / αθετούντο
Αόριστος
εγώ αθετήθηκα
εσύ αθετήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αθετήθηκε
εμείς αθετηθήκαμε
εσείς αθετηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αθετήθηκαν / αθετηθήκαν / αθετηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αθετούμαι
εσύ θα αθετείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αθετείται
εμείς θα αθετούμαστε
εσείς θα αθετείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθετούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθετηθώ
εσύ θα αθετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αθετηθεί
εμείς θα αθετηθούμε
εσείς θα αθετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθετηθούν / θα αθετηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αθετηθώ
εσύ να αθετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αθετηθεί
εμείς να αθετηθούμε
εσείς να αθετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αθετηθούν / αθετηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αθετηθεί
εσύ έχεις αθετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αθετηθεί
εμείς έχουμε αθετηθεί
εσείς έχετε αθετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αθετηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αθετηθεί
εσύ είχες αθετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αθετηθεί
εμείς είχαμε αθετηθεί
εσείς είχατε αθετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αθετηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αθετηθεί
εσύ θα έχεις αθετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αθετηθεί
εμείς θα έχουμε αθετηθεί
εσείς θα έχετε αθετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αθετηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αθετείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αθετήσου
(εσείς) αθετηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αθετώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αθετήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αθετούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αθετημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αθετήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αθετηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.