to disgust, revolt, sicken, nauseate
Πλήρης κλίση του ρήματος αηδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αηδιάζω
εσύ αηδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αηδιάζει
εμείς αηδιάζουμε
εσείς αηδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αηδιάζουν / αηδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αηδίαζα
εσύ αηδίαζες
αυτός/αυτή/αυτό αηδίαζε
εμείς αηδιάζαμε
εσείς αηδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αηδίαζαν / αηδιάζαν / αηδιάζανε
Αόριστος
εγώ αηδίασα
εσύ αηδίασες
αυτός/αυτή/αυτό αηδίασε
εμείς αηδιάσαμε
εσείς αηδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αηδίασαν / αηδιάσαν / αηδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αηδιάζω
εσύ θα αηδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αηδιάζει
εμείς θα αηδιάζουμε
εσείς θα αηδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αηδιάζουν / θα αηδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αηδιάσω
εσύ θα αηδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αηδιάσει
εμείς θα αηδιάσουμε
εσείς θα αηδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αηδιάσουν / θα αηδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αηδιάσω
εσύ να αηδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αηδιάσει
εμείς να αηδιάσουμε
εσείς να αηδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αηδιάσουν / αηδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αηδιάσει
εσύ έχεις αηδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αηδιάσει
εμείς έχουμε αηδιάσει
εσείς έχετε αηδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αηδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αηδιάσει
εσύ είχες αηδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αηδιάσει
εμείς είχαμε αηδιάσει
εσείς είχατε αηδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αηδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αηδιάσει
εσύ θα έχεις αηδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αηδιάσει
εμείς θα έχουμε αηδιάσει
εσείς θα έχετε αηδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αηδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αηδίαζε
(εσείς) αηδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αηδίασε
(εσείς) αηδιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αηδιάζοντας / έχοντας αηδιάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αηδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αηδιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.