Κλίση του ρήματος αεροκοπανίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αεροκοπανίζω
to work uselessly, work in vain
Πλήρης κλίση του ρήματος αεροκοπανίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αεροκοπανίζω
εσύ αεροκοπανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αεροκοπανίζει
εμείς αεροκοπανίζουμε
εσείς αεροκοπανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αεροκοπανίζουν / αεροκοπανίζουνε

Παρατατικός

εγώ αεροκοπάνιζα
εσύ αεροκοπάνιζες
αυτός/αυτή/αυτό αεροκοπάνιζε
εμείς αεροκοπανίζαμε
εσείς αεροκοπανίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αεροκοπάνιζαν / αεροκοπανίζαν / αεροκοπανίζανε

Αόριστος

εγώ αεροκοπάνισα
εσύ αεροκοπάνισες
αυτός/αυτή/αυτό αεροκοπάνισε
εμείς αεροκοπανίσαμε
εσείς αεροκοπανίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αεροκοπάνισαν / αεροκοπανίσαν / αεροκοπανίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αεροκοπανίζω
εσύ θα αεροκοπανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αεροκοπανίζει
εμείς θα αεροκοπανίζουμε
εσείς θα αεροκοπανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αεροκοπανίζουν / θα αεροκοπανίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αεροκοπανίσω
εσύ θα αεροκοπανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αεροκοπανίσει
εμείς θα αεροκοπανίσουμε
εσείς θα αεροκοπανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αεροκοπανίσουν / θα αεροκοπανίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αεροκοπανίσω
εσύ να αεροκοπανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αεροκοπανίσει
εμείς να αεροκοπανίσουμε
εσείς να αεροκοπανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αεροκοπανίσουν / αεροκοπανίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αεροκοπανίσει
εσύ έχεις αεροκοπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αεροκοπανίσει
εμείς έχουμε αεροκοπανίσει
εσείς έχετε αεροκοπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αεροκοπανίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αεροκοπανίσει
εσύ είχες αεροκοπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αεροκοπανίσει
εμείς είχαμε αεροκοπανίσει
εσείς είχατε αεροκοπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αεροκοπανίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αεροκοπανίσει
εσύ θα έχεις αεροκοπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αεροκοπανίσει
εμείς θα έχουμε αεροκοπανίσει
εσείς θα έχετε αεροκοπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αεροκοπανίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αεροκοπάνιζε
(εσείς) αεροκοπανίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αεροκοπάνισε
(εσείς) αεροκοπανίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αεροκοπανίζοντας / έχοντας αεροκοπανίσει

Απαρέμφατο

αεροκοπανίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.