Κλίση του ρήματος αερίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αερίζω
I ventilate, air, aerate
Πλήρης κλίση του ρήματος αερίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αερίζω
εσύ αερίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αερίζει
εμείς αερίζουμε
εσείς αερίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αερίζουν / αερίζουνε

Παρατατικός

εγώ αέριζα
εσύ αέριζες
αυτός/αυτή/αυτό αέριζε
εμείς αερίζαμε
εσείς αερίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αέριζαν / αερίζαν / αερίζανε

Αόριστος

εγώ αέρισα
εσύ αέρισες
αυτός/αυτή/αυτό αέρισε
εμείς αερίσαμε
εσείς αερίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αέρισαν / αερίσαν / αερίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αερίζω
εσύ θα αερίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αερίζει
εμείς θα αερίζουμε
εσείς θα αερίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αερίζουν / θα αερίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αερίσω
εσύ θα αερίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αερίσει
εμείς θα αερίσουμε
εσείς θα αερίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αερίσουν / θα αερίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αερίσω
εσύ να αερίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αερίσει
εμείς να αερίσουμε
εσείς να αερίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αερίσουν / αερίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αερίσει
εσύ έχεις αερίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αερίσει
εμείς έχουμε αερίσει
εσείς έχετε αερίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αερίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αερίσει
εσύ είχες αερίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αερίσει
εμείς είχαμε αερίσει
εσείς είχατε αερίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αερίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αερίσει
εσύ θα έχεις αερίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αερίσει
εμείς θα έχουμε αερίσει
εσείς θα έχετε αερίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αερίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αέριζε
(εσείς) αερίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αέρισε
(εσείς) αερίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αερίζομαι
εσύ αερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αερίζεται
εμείς αεριζόμαστε
εσείς αερίζεστε / αεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αερίζονται

Παρατατικός

εγώ αεριζόμουν / αεριζόμουνα
εσύ αεριζόσουν / αεριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αεριζόταν / αεριζότανε
εμείς αεριζόμασταν / αεριζόμαστε
εσείς αεριζόσασταν / αεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αερίζονταν / αεριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αερίστηκα
εσύ αερίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αερίστηκε
εμείς αεριστήκαμε
εσείς αεριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αερίστηκαν / αεριστήκαν / αεριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αερίζομαι
εσύ θα αερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αερίζεται
εμείς θα αεριζόμαστε
εσείς θα αερίζεστε / θα αεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αερίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αεριστώ
εσύ θα αεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αεριστεί
εμείς θα αεριστούμε
εσείς θα αεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αεριστούν / θα αεριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αεριστώ
εσύ να αεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αεριστεί
εμείς να αεριστούμε
εσείς να αεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αεριστούν / αεριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αεριστεί
εσύ έχεις αεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αεριστεί
εμείς έχουμε αεριστεί
εσείς έχετε αεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αεριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αεριστεί
εσύ είχες αεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αεριστεί
εμείς είχαμε αεριστεί
εσείς είχατε αεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αεριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αεριστεί
εσύ θα έχεις αεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αεριστεί
εμείς θα έχουμε αεριστεί
εσείς θα έχετε αεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αεριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αερίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αερίσου
(εσείς) αεριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αερίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αερίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αεριζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αερισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αερίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αεριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.