to be incapable, be unable, be weak
Πλήρης κλίση του ρήματος αδυνατώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αδυνατώ
εσύ αδυνατείς
αυτός/αυτή/αυτό αδυνατεί
εμείς αδυνατούμε
εσείς αδυνατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αδυνατούν / αδυνατούνε
Παρατατικός
εγώ αδυνατούσα
εσύ αδυνατούσες
αυτός/αυτή/αυτό αδυνατούσε
εμείς αδυνατούσαμε
εσείς αδυνατούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδυνατούσαν / αδυνατούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδυνατώ
εσύ θα αδυνατείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αδυνατεί
εμείς θα αδυνατούμε
εσείς θα αδυνατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδυνατούν / θα αδυνατούνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αδυνατείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αδυνατώντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.