to inactivate
Πλήρης κλίση του ρήματος αδρανοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αδρανοποιώ
εσύ αδρανοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό αδρανοποιεί
εμείς αδρανοποιούμε
εσείς αδρανοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αδρανοποιούν / αδρανοποιούνε
Παρατατικός
εγώ αδρανοποιούσα
εσύ αδρανοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό αδρανοποιούσε
εμείς αδρανοποιούσαμε
εσείς αδρανοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδρανοποιούσαν / αδρανοποιούσανε
Αόριστος
εγώ αδρανοποίησα
εσύ αδρανοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό αδρανοποίησε
εμείς αδρανοποιήσαμε
εσείς αδρανοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδρανοποίησαν / αδρανοποιήσαν / αδρανοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδρανοποιώ
εσύ θα αδρανοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αδρανοποιεί
εμείς θα αδρανοποιούμε
εσείς θα αδρανοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδρανοποιούν / θα αδρανοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδρανοποιήσω
εσύ θα αδρανοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αδρανοποιήσει
εμείς θα αδρανοποιήσουμε
εσείς θα αδρανοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδρανοποιήσουν / θα αδρανοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αδρανοποιήσω
εσύ να αδρανοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αδρανοποιήσει
εμείς να αδρανοποιήσουμε
εσείς να αδρανοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αδρανοποιήσουν / αδρανοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αδρανοποιήσει
εσύ έχεις αδρανοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αδρανοποιήσει
εμείς έχουμε αδρανοποιήσει
εσείς έχετε αδρανοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αδρανοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αδρανοποιήσει
εσύ είχες αδρανοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αδρανοποιήσει
εμείς είχαμε αδρανοποιήσει
εσείς είχατε αδρανοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αδρανοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αδρανοποιήσει
εσύ θα έχεις αδρανοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αδρανοποιήσει
εμείς θα έχουμε αδρανοποιήσει
εσείς θα έχετε αδρανοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αδρανοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αδρανοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αδρανοποίησε
(εσείς) αδρανοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αδρανοποιούμαι
εσύ αδρανοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αδρανοποιείται
εμείς αδρανοποιούμαστε / αδρανοποιόμαστε
εσείς αδρανοποιείστε / αδρανοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αδρανοποιούνται
Παρατατικός
εγώ αδρανοποιούμουν / αδρανοποιούμουνα / αδρανοποιόμουν / αδρανοποιόμουνα
εσύ αδρανοποιόσουν / αδρανοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αδρανοποιούνταν / αδρανοποιόταν / αδρανοποιότανε / αδρανοποιείτο
εμείς αδρανοποιούμασταν / ‑ούμαστε / αδρανοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς αδρανοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αδρανοποιούνταν / αδρανοποιόνταν / αδρανοποιόντανε / αδρανοποιόντουσαν / αδρανοποιούντο
Αόριστος
εγώ αδρανοποιήθηκα
εσύ αδρανοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αδρανοποιήθηκε
εμείς αδρανοποιηθήκαμε
εσείς αδρανοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδρανοποιήθηκαν / αδρανοποιηθήκαν / αδρανοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδρανοποιούμαι
εσύ θα αδρανοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αδρανοποιείται
εμείς θα αδρανοποιούμαστε / θα αδρανοποιόμαστε
εσείς θα αδρανοποιείστε / θα αδρανοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδρανοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδρανοποιηθώ
εσύ θα αδρανοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αδρανοποιηθεί
εμείς θα αδρανοποιηθούμε
εσείς θα αδρανοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδρανοποιηθούν / θα αδρανοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αδρανοποιηθώ
εσύ να αδρανοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αδρανοποιηθεί
εμείς να αδρανοποιηθούμε
εσείς να αδρανοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αδρανοποιηθούν / αδρανοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αδρανοποιηθεί
εσύ έχεις αδρανοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αδρανοποιηθεί
εμείς έχουμε αδρανοποιηθεί
εσείς έχετε αδρανοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αδρανοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αδρανοποιηθεί
εσύ είχες αδρανοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αδρανοποιηθεί
εμείς είχαμε αδρανοποιηθεί
εσείς είχατε αδρανοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αδρανοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αδρανοποιηθεί
εσύ θα έχεις αδρανοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αδρανοποιηθεί
εμείς θα έχουμε αδρανοποιηθεί
εσείς θα έχετε αδρανοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αδρανοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αδρανοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αδρανοποιήσου
(εσείς) αδρανοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αδρανοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αδρανοποιήσει
Μετοχή παρακειμένου
αδρανοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αδρανοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αδρανοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.