to be indifferent to, not care about
Πλήρης κλίση του ρήματος αδιαφορώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αδιαφορώ
εσύ αδιαφορείς
αυτός/αυτή/αυτό αδιαφορεί
εμείς αδιαφορούμε
εσείς αδιαφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αδιαφορούν / αδιαφορούνε
Παρατατικός
εγώ αδιαφορούσα
εσύ αδιαφορούσες
αυτός/αυτή/αυτό αδιαφορούσε
εμείς αδιαφορούσαμε
εσείς αδιαφορούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδιαφορούσαν / αδιαφορούσανε
Αόριστος
εγώ αδιαφόρησα
εσύ αδιαφόρησες
αυτός/αυτή/αυτό αδιαφόρησε
εμείς αδιαφορήσαμε
εσείς αδιαφορήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδιαφόρησαν / αδιαφορήσαν / αδιαφορήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδιαφορώ
εσύ θα αδιαφορείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αδιαφορεί
εμείς θα αδιαφορούμε
εσείς θα αδιαφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδιαφορούν / θα αδιαφορούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδιαφορήσω
εσύ θα αδιαφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αδιαφορήσει
εμείς θα αδιαφορήσουμε
εσείς θα αδιαφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδιαφορήσουν / θα αδιαφορήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αδιαφορήσω
εσύ να αδιαφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αδιαφορήσει
εμείς να αδιαφορήσουμε
εσείς να αδιαφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αδιαφορήσουν / αδιαφορήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αδιαφορήσει
εσύ έχεις αδιαφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αδιαφορήσει
εμείς έχουμε αδιαφορήσει
εσείς έχετε αδιαφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αδιαφορήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αδιαφορήσει
εσύ είχες αδιαφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αδιαφορήσει
εμείς είχαμε αδιαφορήσει
εσείς είχατε αδιαφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αδιαφορήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αδιαφορήσει
εσύ θα έχεις αδιαφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αδιαφορήσει
εμείς θα έχουμε αδιαφορήσει
εσείς θα έχετε αδιαφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αδιαφορήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αδιαφορείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αδιαφόρησε
(εσείς) αδιαφορήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αδιαφορώντας / έχοντας αδιαφορήσει
Απαρέμφατο
αδιαφορήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.