alternative form of αδελφώνω (adelfóno)
Πλήρης κλίση του ρήματος αδερφώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αδερφώνω
εσύ αδερφώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αδερφώνει
εμείς αδερφώνουμε
εσείς αδερφώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αδερφώνουν / αδερφώνουνε
Παρατατικός
εγώ αδέρφωνα
εσύ αδέρφωνες
αυτός/αυτή/αυτό αδέρφωνε
εμείς αδερφώναμε
εσείς αδερφώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδέρφωναν / αδερφώναν / αδερφώνανε
Αόριστος
εγώ αδέρφωσα
εσύ αδέρφωσες
αυτός/αυτή/αυτό αδέρφωσε
εμείς αδερφώσαμε
εσείς αδερφώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδέρφωσαν / αδερφώσαν / αδερφώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδερφώνω
εσύ θα αδερφώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αδερφώνει
εμείς θα αδερφώνουμε
εσείς θα αδερφώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδερφώνουν / θα αδερφώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδερφώσω
εσύ θα αδερφώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αδερφώσει
εμείς θα αδερφώσουμε
εσείς θα αδερφώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδερφώσουν / θα αδερφώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αδερφώσω
εσύ να αδερφώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αδερφώσει
εμείς να αδερφώσουμε
εσείς να αδερφώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αδερφώσουν / αδερφώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αδερφώσει
εσύ έχεις αδερφώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αδερφώσει
εμείς έχουμε αδερφώσει
εσείς έχετε αδερφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αδερφώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αδερφώσει
εσύ είχες αδερφώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αδερφώσει
εμείς είχαμε αδερφώσει
εσείς είχατε αδερφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αδερφώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αδερφώσει
εσύ θα έχεις αδερφώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αδερφώσει
εμείς θα έχουμε αδερφώσει
εσείς θα έχετε αδερφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αδερφώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αδέρφωνε
(εσείς) αδερφώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αδέρφωσε
(εσείς) αδερφώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αδερφώνομαι
εσύ αδερφώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αδερφώνεται
εμείς αδερφωνόμαστε
εσείς αδερφώνεστε / αδερφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αδερφώνονται
Παρατατικός
εγώ αδερφωνόμουν / αδερφωνόμουνα
εσύ αδερφωνόσουν / αδερφωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αδερφωνόταν / αδερφωνότανε
εμείς αδερφωνόμασταν / αδερφωνόμαστε
εσείς αδερφωνόσασταν / αδερφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αδερφώνονταν / αδερφωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αδερφώθηκα
εσύ αδερφώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αδερφώθηκε
εμείς αδερφωθήκαμε
εσείς αδερφωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδερφώθηκαν / αδερφωθήκαν / αδερφωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδερφώνομαι
εσύ θα αδερφώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αδερφώνεται
εμείς θα αδερφωνόμαστε
εσείς θα αδερφώνεστε / θα αδερφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδερφώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδερφωθώ
εσύ θα αδερφωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αδερφωθεί
εμείς θα αδερφωθούμε
εσείς θα αδερφωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδερφωθούν / θα αδερφωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αδερφωθώ
εσύ να αδερφωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αδερφωθεί
εμείς να αδερφωθούμε
εσείς να αδερφωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αδερφωθούν / αδερφωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αδερφωθεί
εσύ έχεις αδερφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αδερφωθεί
εμείς έχουμε αδερφωθεί
εσείς έχετε αδερφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αδερφωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αδερφωθεί
εσύ είχες αδερφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αδερφωθεί
εμείς είχαμε αδερφωθεί
εσείς είχατε αδερφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αδερφωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αδερφωθεί
εσύ θα έχεις αδερφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αδερφωθεί
εμείς θα έχουμε αδερφωθεί
εσείς θα έχετε αδερφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αδερφωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αδερφώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αδερφώσου
(εσείς) αδερφωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αδερφώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αδερφώσει
Μετοχή παρακειμένου
αδερφωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αδερφώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αδερφωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.