Κλίση του ρήματος αδελφώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αδελφώνω
to fraternise (UK), fraternize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αδελφώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αδελφώνω
εσύ αδελφώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αδελφώνει
εμείς αδελφώνουμε
εσείς αδελφώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αδελφώνουν / αδελφώνουνε

Παρατατικός

εγώ αδέλφωνα
εσύ αδέλφωνες
αυτός/αυτή/αυτό αδέλφωνε
εμείς αδελφώναμε
εσείς αδελφώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδέλφωναν / αδελφώναν / αδελφώνανε

Αόριστος

εγώ αδέλφωσα
εσύ αδέλφωσες
αυτός/αυτή/αυτό αδέλφωσε
εμείς αδελφώσαμε
εσείς αδελφώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδέλφωσαν / αδελφώσαν / αδελφώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αδελφώνω
εσύ θα αδελφώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αδελφώνει
εμείς θα αδελφώνουμε
εσείς θα αδελφώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδελφώνουν / θα αδελφώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αδελφώσω
εσύ θα αδελφώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αδελφώσει
εμείς θα αδελφώσουμε
εσείς θα αδελφώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδελφώσουν / θα αδελφώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αδελφώσω
εσύ να αδελφώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αδελφώσει
εμείς να αδελφώσουμε
εσείς να αδελφώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αδελφώσουν / αδελφώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αδελφώσει
εσύ έχεις αδελφώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αδελφώσει
εμείς έχουμε αδελφώσει
εσείς έχετε αδελφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αδελφώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αδελφώσει
εσύ είχες αδελφώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αδελφώσει
εμείς είχαμε αδελφώσει
εσείς είχατε αδελφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αδελφώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αδελφώσει
εσύ θα έχεις αδελφώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αδελφώσει
εμείς θα έχουμε αδελφώσει
εσείς θα έχετε αδελφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αδελφώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αδέλφωνε
(εσείς) αδελφώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αδέλφωσε
(εσείς) αδελφώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αδελφώνομαι
εσύ αδελφώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αδελφώνεται
εμείς αδελφωνόμαστε
εσείς αδελφώνεστε / αδελφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αδελφώνονται

Παρατατικός

εγώ αδελφωνόμουν / αδελφωνόμουνα
εσύ αδελφωνόσουν / αδελφωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αδελφωνόταν / αδελφωνότανε
εμείς αδελφωνόμασταν / αδελφωνόμαστε
εσείς αδελφωνόσασταν / αδελφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αδελφώνονταν / αδελφωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αδελφώθηκα
εσύ αδελφώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αδελφώθηκε
εμείς αδελφωθήκαμε
εσείς αδελφωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αδελφώθηκαν / αδελφωθήκαν / αδελφωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αδελφώνομαι
εσύ θα αδελφώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αδελφώνεται
εμείς θα αδελφωνόμαστε
εσείς θα αδελφώνεστε / θα αδελφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδελφώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αδελφωθώ
εσύ θα αδελφωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αδελφωθεί
εμείς θα αδελφωθούμε
εσείς θα αδελφωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αδελφωθούν / θα αδελφωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αδελφωθώ
εσύ να αδελφωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αδελφωθεί
εμείς να αδελφωθούμε
εσείς να αδελφωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αδελφωθούν / αδελφωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αδελφωθεί
εσύ έχεις αδελφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αδελφωθεί
εμείς έχουμε αδελφωθεί
εσείς έχετε αδελφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αδελφωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αδελφωθεί
εσύ είχες αδελφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αδελφωθεί
εμείς είχαμε αδελφωθεί
εσείς είχατε αδελφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αδελφωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αδελφωθεί
εσύ θα έχεις αδελφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αδελφωθεί
εμείς θα έχουμε αδελφωθεί
εσείς θα έχετε αδελφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αδελφωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αδελφώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αδελφώσου
(εσείς) αδελφωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αδελφώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αδελφώσει

Μετοχή παρακειμένου

αδελφωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αδελφώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αδελφωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.