Κλίση του ρήματος αγωνίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αγωνίζομαι
to fight, contend
Πλήρης κλίση του ρήματος αγωνίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγωνίζομαι
εσύ αγωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγωνίζεται
εμείς αγωνιζόμαστε
εσείς αγωνίζεστε / αγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγωνίζονται

Παρατατικός

εγώ αγωνιζόμουν / αγωνιζόμουνα
εσύ αγωνιζόσουν / αγωνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγωνιζόταν / αγωνιζότανε
εμείς αγωνιζόμασταν / αγωνιζόμαστε
εσείς αγωνιζόσασταν / αγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγωνίζονταν / αγωνιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αγωνίστηκα
εσύ αγωνίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγωνίστηκε
εμείς αγωνιστήκαμε
εσείς αγωνιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγωνίστηκαν / αγωνιστήκαν / αγωνιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγωνίζομαι
εσύ θα αγωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγωνίζεται
εμείς θα αγωνιζόμαστε
εσείς θα αγωνίζεστε / θα αγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγωνίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγωνιστώ
εσύ θα αγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγωνιστεί
εμείς θα αγωνιστούμε
εσείς θα αγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγωνιστούν / θα αγωνιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγωνιστώ
εσύ να αγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγωνιστεί
εμείς να αγωνιστούμε
εσείς να αγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγωνιστούν / αγωνιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγωνιστεί
εσύ έχεις αγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγωνιστεί
εμείς έχουμε αγωνιστεί
εσείς έχετε αγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγωνιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγωνιστεί
εσύ είχες αγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγωνιστεί
εμείς είχαμε αγωνιστεί
εσείς είχατε αγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγωνιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγωνιστεί
εσύ θα έχεις αγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγωνιστεί
εμείς θα έχουμε αγωνιστεί
εσείς θα έχετε αγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγωνιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αγωνίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγωνίσου
(εσείς) αγωνιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αγωνιζόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

αγωνιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.