Κλίση του ρήματος αγριοκοιτάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αγριοκοιτάζω
to glower, look angrily at
Πλήρης κλίση του ρήματος αγριοκοιτάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγριοκοιτάζω
εσύ αγριοκοιτάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αγριοκοιτάζει
εμείς αγριοκοιτάζουμε
εσείς αγριοκοιτάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριοκοιτάζουν / αγριοκοιτάζουνε

Παρατατικός

εγώ αγριοκοίταζα
εσύ αγριοκοίταζες
αυτός/αυτή/αυτό αγριοκοίταζε
εμείς αγριοκοιτάζαμε
εσείς αγριοκοιτάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριοκοίταζαν / αγριοκοιτάζαν / αγριοκοιτάζανε

Αόριστος

εγώ αγριοκοίταξα
εσύ αγριοκοίταξες
αυτός/αυτή/αυτό αγριοκοίταξε
εμείς αγριοκοιτάξαμε
εσείς αγριοκοιτάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριοκοίταξαν / αγριοκοιτάξαν / αγριοκοιτάξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγριοκοιτάζω
εσύ θα αγριοκοιτάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριοκοιτάζει
εμείς θα αγριοκοιτάζουμε
εσείς θα αγριοκοιτάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριοκοιτάζουν / θα αγριοκοιτάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγριοκοιτάξω
εσύ θα αγριοκοιτάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριοκοιτάξει
εμείς θα αγριοκοιτάξουμε
εσείς θα αγριοκοιτάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριοκοιτάξουν / θα αγριοκοιτάξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγριοκοιτάξω
εσύ να αγριοκοιτάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγριοκοιτάξει
εμείς να αγριοκοιτάξουμε
εσείς να αγριοκοιτάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγριοκοιτάξουν / αγριοκοιτάξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγριοκοιτάξει
εσύ έχεις αγριοκοιτάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγριοκοιτάξει
εμείς έχουμε αγριοκοιτάξει
εσείς έχετε αγριοκοιτάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγριοκοιτάξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγριοκοιτάξει
εσύ είχες αγριοκοιτάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγριοκοιτάξει
εμείς είχαμε αγριοκοιτάξει
εσείς είχατε αγριοκοιτάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγριοκοιτάξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγριοκοιτάξει
εσύ θα έχεις αγριοκοιτάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγριοκοιτάξει
εμείς θα έχουμε αγριοκοιτάξει
εσείς θα έχετε αγριοκοιτάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγριοκοιτάξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αγριοκοίταζε
(εσείς) αγριοκοιτάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγριοκοίταξε / αγριοκοίταχ'
(εσείς) αγριοκοιτάξτε / αγριοκοιτάχτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγριοκοιτάζομαι
εσύ αγριοκοιτάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγριοκοιτάζεται
εμείς αγριοκοιταζόμαστε
εσείς αγριοκοιτάζεστε / αγριοκοιταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριοκοιτάζονται

Παρατατικός

εγώ αγριοκοιταζόμουν / αγριοκοιταζόμουνα
εσύ αγριοκοιταζόσουν / αγριοκοιταζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγριοκοιταζόταν / αγριοκοιταζότανε
εμείς αγριοκοιταζόμασταν / αγριοκοιταζόμαστε
εσείς αγριοκοιταζόσασταν / αγριοκοιταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριοκοιτάζονταν / αγριοκοιταζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αγριοκοιτάχτηκα
εσύ αγριοκοιτάχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγριοκοιτάχτηκε
εμείς αγριοκοιταχτήκαμε
εσείς αγριοκοιταχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριοκοιτάχτηκαν / αγριοκοιταχτήκαν / αγριοκοιταχτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγριοκοιτάζομαι
εσύ θα αγριοκοιτάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριοκοιτάζεται
εμείς θα αγριοκοιταζόμαστε
εσείς θα αγριοκοιτάζεστε / θα αγριοκοιταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριοκοιτάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγριοκοιταχτώ
εσύ θα αγριοκοιταχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριοκοιταχτεί
εμείς θα αγριοκοιταχτούμε
εσείς θα αγριοκοιταχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριοκοιταχτούν / θα αγριοκοιταχτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγριοκοιταχτώ
εσύ να αγριοκοιταχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγριοκοιταχτεί
εμείς να αγριοκοιταχτούμε
εσείς να αγριοκοιταχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγριοκοιταχτούν / αγριοκοιταχτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγριοκοιταχτεί
εσύ έχεις αγριοκοιταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγριοκοιταχτεί
εμείς έχουμε αγριοκοιταχτεί
εσείς έχετε αγριοκοιταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγριοκοιταχτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγριοκοιταχτεί
εσύ είχες αγριοκοιταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγριοκοιταχτεί
εμείς είχαμε αγριοκοιταχτεί
εσείς είχατε αγριοκοιταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγριοκοιταχτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγριοκοιταχτεί
εσύ θα έχεις αγριοκοιταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγριοκοιταχτεί
εμείς θα έχουμε αγριοκοιταχτεί
εσείς θα έχετε αγριοκοιταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγριοκοιταχτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αγριοκοιτάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγριοκοιτάξου
(εσείς) αγριοκοιταχτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αγριοκοιτάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αγριοκοιτάξει

Μετοχή παρακειμένου

αγριοκοιταγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αγριοκοιτάξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αγριοκοιταχτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.