to make wild, taunt, bully
Πλήρης κλίση του ρήματος αγριεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγριεύω
εσύ αγριεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αγριεύει
εμείς αγριεύουμε
εσείς αγριεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριεύουν / αγριεύουνε
Παρατατικός
εγώ αγρίευα
εσύ αγρίευες
αυτός/αυτή/αυτό αγρίευε
εμείς αγριεύαμε
εσείς αγριεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγρίευαν / αγριεύαν / αγριεύανε
Αόριστος
εγώ αγρίεψα
εσύ αγρίεψες
αυτός/αυτή/αυτό αγρίεψε
εμείς αγριέψαμε
εσείς αγριέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγρίεψαν / αγριέψαν / αγριέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγριεύω
εσύ θα αγριεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριεύει
εμείς θα αγριεύουμε
εσείς θα αγριεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριεύουν / θα αγριεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγριέψω
εσύ θα αγριέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριέψει
εμείς θα αγριέψουμε
εσείς θα αγριέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριέψουν / θα αγριέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγριέψω
εσύ να αγριέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγριέψει
εμείς να αγριέψουμε
εσείς να αγριέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγριέψουν / αγριέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγριέψει
εσύ έχεις αγριέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγριέψει
εμείς έχουμε αγριέψει
εσείς έχετε αγριέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγριέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγριέψει
εσύ είχες αγριέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγριέψει
εμείς είχαμε αγριέψει
εσείς είχατε αγριέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγριέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγριέψει
εσύ θα έχεις αγριέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγριέψει
εμείς θα έχουμε αγριέψει
εσείς θα έχετε αγριέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγριέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγρίευε
(εσείς) αγριεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγρίεψε / αγρίευ'
(εσείς) αγριέψτε / αγριεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγριεύομαι
εσύ αγριεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγριεύεται
εμείς αγριευόμαστε
εσείς αγριεύεστε / αγριευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριεύονται
Παρατατικός
εγώ αγριευόμουν / αγριευόμουνα
εσύ αγριευόσουν / αγριευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγριευόταν / αγριευότανε
εμείς αγριευόμασταν / αγριευόμαστε
εσείς αγριευόσασταν / αγριευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριεύονταν / αγριευόντουσαν
Αόριστος
εγώ αγριεύτηκα
εσύ αγριεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγριεύτηκε
εμείς αγριευτήκαμε
εσείς αγριευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγριεύτηκαν / αγριευτήκαν / αγριευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγριεύομαι
εσύ θα αγριεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριεύεται
εμείς θα αγριευόμαστε
εσείς θα αγριεύεστε / θα αγριευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγριευτώ
εσύ θα αγριευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγριευτεί
εμείς θα αγριευτούμε
εσείς θα αγριευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγριευτούν / θα αγριευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγριευτώ
εσύ να αγριευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγριευτεί
εμείς να αγριευτούμε
εσείς να αγριευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγριευτούν / αγριευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγριευτεί
εσύ έχεις αγριευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγριευτεί
εμείς έχουμε αγριευτεί
εσείς έχετε αγριευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγριευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγριευτεί
εσύ είχες αγριευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγριευτεί
εμείς είχαμε αγριευτεί
εσείς είχατε αγριευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγριευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγριευτεί
εσύ θα έχεις αγριευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγριευτεί
εμείς θα έχουμε αγριευτεί
εσείς θα έχετε αγριευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγριευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγριεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγριέψου
(εσείς) αγριευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγριεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αγριέψει
Μετοχή παρακειμένου
αγριεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αγριέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αγριευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.