to make a formal speech, plead, declaim
Πλήρης κλίση του ρήματος αγορεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγορεύω
εσύ αγορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αγορεύει
εμείς αγορεύουμε
εσείς αγορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγορεύουν / αγορεύουνε
Παρατατικός
εγώ αγόρευα
εσύ αγόρευες
αυτός/αυτή/αυτό αγόρευε
εμείς αγορεύαμε
εσείς αγορεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγόρευαν / αγορεύαν / αγορεύανε
Αόριστος
εγώ αγόρευσα
εσύ αγόρευσες
αυτός/αυτή/αυτό αγόρευσε
εμείς αγορεύσαμε
εσείς αγορεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγόρευσαν / αγορεύσαν / αγορεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγορεύω
εσύ θα αγορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγορεύει
εμείς θα αγορεύουμε
εσείς θα αγορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγορεύουν / θα αγορεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγορεύσω
εσύ θα αγορεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγορεύσει
εμείς θα αγορεύσουμε
εσείς θα αγορεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγορεύσουν / θα αγορεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγορεύσω
εσύ να αγορεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγορεύσει
εμείς να αγορεύσουμε
εσείς να αγορεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγορεύσουν / αγορεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγορεύσει
εσύ έχεις αγορεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγορεύσει
εμείς έχουμε αγορεύσει
εσείς έχετε αγορεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγορεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγορεύσει
εσύ είχες αγορεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγορεύσει
εμείς είχαμε αγορεύσει
εσείς είχατε αγορεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγορεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγορεύσει
εσύ θα έχεις αγορεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγορεύσει
εμείς θα έχουμε αγορεύσει
εσείς θα έχετε αγορεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγορεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγόρευε
(εσείς) αγορεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγόρευσε
(εσείς) αγορεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγορεύοντας / έχοντας αγορεύσει
Απαρέμφατο
αγορεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.