Κλίση του ρήματος αγναντεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αγναντεύω
to scan, survey (the horizon, look from afar)
Πλήρης κλίση του ρήματος αγναντεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγναντεύω
εσύ αγναντεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αγναντεύει
εμείς αγναντεύουμε
εσείς αγναντεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγναντεύουν / αγναντεύουνε

Παρατατικός

εγώ αγνάντευα
εσύ αγνάντευες
αυτός/αυτή/αυτό αγνάντευε
εμείς αγναντεύαμε
εσείς αγναντεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγνάντευαν / αγναντεύαν / αγναντεύανε

Αόριστος

εγώ αγνάντεψα
εσύ αγνάντεψες
αυτός/αυτή/αυτό αγνάντεψε
εμείς αγναντέψαμε
εσείς αγναντέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγνάντεψαν / αγναντέψαν / αγναντέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγναντεύω
εσύ θα αγναντεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγναντεύει
εμείς θα αγναντεύουμε
εσείς θα αγναντεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγναντεύουν / θα αγναντεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγναντέψω
εσύ θα αγναντέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγναντέψει
εμείς θα αγναντέψουμε
εσείς θα αγναντέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγναντέψουν / θα αγναντέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγναντέψω
εσύ να αγναντέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγναντέψει
εμείς να αγναντέψουμε
εσείς να αγναντέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγναντέψουν / αγναντέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγναντέψει
εσύ έχεις αγναντέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγναντέψει
εμείς έχουμε αγναντέψει
εσείς έχετε αγναντέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγναντέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγναντέψει
εσύ είχες αγναντέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγναντέψει
εμείς είχαμε αγναντέψει
εσείς είχατε αγναντέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγναντέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγναντέψει
εσύ θα έχεις αγναντέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγναντέψει
εμείς θα έχουμε αγναντέψει
εσείς θα έχετε αγναντέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγναντέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αγνάντευε
(εσείς) αγναντεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγνάντεψε / αγνάντευ' ¹
(εσείς) αγναντέψτε / αγναντεύτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αγναντεύοντας / έχοντας αγναντέψει

Απαρέμφατο

αγναντέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.