to adorn, brighten
Πλήρης κλίση του ρήματος αγλαΐζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγλαΐζω
εσύ αγλαΐζεις
αυτός/αυτή/αυτό αγλαΐζει
εμείς αγλαΐζουμε
εσείς αγλαΐζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγλαΐζουν / αγλαΐζουνε
Παρατατικός
εγώ αγλάιζα
εσύ αγλάιζες
αυτός/αυτή/αυτό αγλάιζε
εμείς αγλαΐζαμε
εσείς αγλαΐζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγλάιζαν / αγλαΐζαν / αγλαΐζανε
Αόριστος
εγώ αγλάισα
εσύ αγλάισες
αυτός/αυτή/αυτό αγλάισε
εμείς αγλαΐσαμε
εσείς αγλαΐσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγλάισαν / αγλαΐσαν / αγλαΐσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγλαΐζω
εσύ θα αγλαΐζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγλαΐζει
εμείς θα αγλαΐζουμε
εσείς θα αγλαΐζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγλαΐζουν / θα αγλαΐζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγλαΐσω
εσύ θα αγλαΐσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγλαΐσει
εμείς θα αγλαΐσουμε
εσείς θα αγλαΐσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγλαΐσουν / θα αγλαΐσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγλαΐσω
εσύ να αγλαΐσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγλαΐσει
εμείς να αγλαΐσουμε
εσείς να αγλαΐσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγλαΐσουν / αγλαΐσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγλαΐσει
εσύ έχεις αγλαΐσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγλαΐσει
εμείς έχουμε αγλαΐσει
εσείς έχετε αγλαΐσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγλαΐσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγλαΐσει
εσύ είχες αγλαΐσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγλαΐσει
εμείς είχαμε αγλαΐσει
εσείς είχατε αγλαΐσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγλαΐσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγλαΐσει
εσύ θα έχεις αγλαΐσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγλαΐσει
εμείς θα έχουμε αγλαΐσει
εσείς θα έχετε αγλαΐσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγλαΐσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγλάιζε
(εσείς) αγλαΐζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγλάισε
(εσείς) αγλαΐστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγλαΐζομαι
εσύ αγλαΐζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγλαΐζεται
εμείς αγλαϊζόμαστε
εσείς αγλαΐζεστε / αγλαϊζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγλαΐζονται
Παρατατικός
εγώ αγλαϊζόμουν / αγλαϊζόμουνα
εσύ αγλαϊζόσουν / αγλαϊζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγλαϊζόταν / αγλαϊζότανε
εμείς αγλαϊζόμασταν / αγλαϊζόμαστε
εσείς αγλαϊζόσασταν / αγλαϊζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγλαΐζονταν / αγλαϊζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αγλαΐστηκα
εσύ αγλαΐστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγλαΐστηκε
εμείς αγλαϊστήκαμε
εσείς αγλαϊστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγλαΐστηκαν / αγλαϊστήκαν / αγλαϊστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγλαΐζομαι
εσύ θα αγλαΐζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγλαΐζεται
εμείς θα αγλαϊζόμαστε
εσείς θα αγλαΐζεστε / θα αγλαϊζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγλαΐζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγλαϊστώ
εσύ θα αγλαϊστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγλαϊστεί
εμείς θα αγλαϊστούμε
εσείς θα αγλαϊστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγλαϊστούν / θα αγλαϊστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγλαϊστώ
εσύ να αγλαϊστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγλαϊστεί
εμείς να αγλαϊστούμε
εσείς να αγλαϊστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγλαϊστούν / αγλαϊστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγλαϊστεί
εσύ έχεις αγλαϊστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγλαϊστεί
εμείς έχουμε αγλαϊστεί
εσείς έχετε αγλαϊστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγλαϊστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγλαϊστεί
εσύ είχες αγλαϊστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγλαϊστεί
εμείς είχαμε αγλαϊστεί
εσείς είχατε αγλαϊστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγλαϊστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγλαϊστεί
εσύ θα έχεις αγλαϊστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγλαϊστεί
εμείς θα έχουμε αγλαϊστεί
εσείς θα έχετε αγλαϊστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγλαϊστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγλαΐζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγλαΐσου
(εσείς) αγλαϊστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγλαΐζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αγλαΐσει
Απαρέμφατο
αγλαΐσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αγλαϊστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.