to sting, prick, prickle
Πλήρης κλίση του ρήματος αγκυλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγκυλώνω
εσύ αγκυλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αγκυλώνει
εμείς αγκυλώνουμε
εσείς αγκυλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκυλώνουν / αγκυλώνουνε
Παρατατικός
εγώ αγκύλωνα
εσύ αγκύλωνες
αυτός/αυτή/αυτό αγκύλωνε
εμείς αγκυλώναμε
εσείς αγκυλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκύλωναν / αγκυλώναν / αγκυλώνανε
Αόριστος
εγώ αγκύλωσα
εσύ αγκύλωσες
αυτός/αυτή/αυτό αγκύλωσε
εμείς αγκυλώσαμε
εσείς αγκυλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκύλωσαν / αγκυλώσαν / αγκυλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγκυλώνω
εσύ θα αγκυλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκυλώνει
εμείς θα αγκυλώνουμε
εσείς θα αγκυλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκυλώνουν / θα αγκυλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκυλώσω
εσύ θα αγκυλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκυλώσει
εμείς θα αγκυλώσουμε
εσείς θα αγκυλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκυλώσουν / θα αγκυλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγκυλώσω
εσύ να αγκυλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγκυλώσει
εμείς να αγκυλώσουμε
εσείς να αγκυλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγκυλώσουν / αγκυλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγκυλώσει
εσύ έχεις αγκυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγκυλώσει
εμείς έχουμε αγκυλώσει
εσείς έχετε αγκυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγκυλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγκυλώσει
εσύ είχες αγκυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγκυλώσει
εμείς είχαμε αγκυλώσει
εσείς είχατε αγκυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγκυλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγκυλώσει
εσύ θα έχεις αγκυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγκυλώσει
εμείς θα έχουμε αγκυλώσει
εσείς θα έχετε αγκυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγκυλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγκύλωνε
(εσείς) αγκυλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγκύλωσε
(εσείς) αγκυλώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγκυλώνομαι
εσύ αγκυλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγκυλώνεται
εμείς αγκυλωνόμαστε
εσείς αγκυλώνεστε / αγκυλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκυλώνονται
Παρατατικός
εγώ αγκυλωνόμουν / αγκυλωνόμουνα
εσύ αγκυλωνόσουν / αγκυλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγκυλωνόταν / αγκυλωνότανε
εμείς αγκυλωνόμασταν / αγκυλωνόμαστε
εσείς αγκυλωνόσασταν / αγκυλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκυλώνονταν / αγκυλωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αγκυλώθηκα
εσύ αγκυλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγκυλώθηκε
εμείς αγκυλωθήκαμε
εσείς αγκυλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκυλώθηκαν / αγκυλωθήκαν / αγκυλωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγκυλώνομαι
εσύ θα αγκυλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκυλώνεται
εμείς θα αγκυλωνόμαστε
εσείς θα αγκυλώνεστε / θα αγκυλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκυλώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκυλωθώ
εσύ θα αγκυλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκυλωθεί
εμείς θα αγκυλωθούμε
εσείς θα αγκυλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκυλωθούν / θα αγκυλωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγκυλωθώ
εσύ να αγκυλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγκυλωθεί
εμείς να αγκυλωθούμε
εσείς να αγκυλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγκυλωθούν / αγκυλωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγκυλωθεί
εσύ έχεις αγκυλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγκυλωθεί
εμείς έχουμε αγκυλωθεί
εσείς έχετε αγκυλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγκυλωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγκυλωθεί
εσύ είχες αγκυλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγκυλωθεί
εμείς είχαμε αγκυλωθεί
εσείς είχατε αγκυλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγκυλωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγκυλωθεί
εσύ θα έχεις αγκυλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγκυλωθεί
εμείς θα έχουμε αγκυλωθεί
εσείς θα έχετε αγκυλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγκυλωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγκυλώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγκυλώσου
(εσείς) αγκυλωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγκυλώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αγκυλώσει
Μετοχή παρακειμένου
αγκυλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αγκυλώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αγκυλωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.