to pant, splutter, sigh
Πλήρης κλίση του ρήματος αγκομαχάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγκομαχάω / αγκομαχώ
εσύ αγκομαχάς
αυτός/αυτή/αυτό αγκομαχάει / αγκομαχά
εμείς αγκομαχάμε / αγκομαχούμε
εσείς αγκομαχάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκομαχάνε / αγκομαχάν / αγκομαχούν / αγκομαχούνε
Παρατατικός
εγώ αγκομαχούσα / αγκομάχαγα
εσύ αγκομαχούσες / αγκομάχαγες
αυτός/αυτή/αυτό αγκομαχούσε / αγκομάχαγε
εμείς αγκομαχούσαμε / αγκομαχάγαμε
εσείς αγκομαχούσατε / αγκομαχάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκομαχούσαν / αγκομαχούσανε / αγκομάχαγαν / αγκομαχάγανε
Αόριστος
εγώ αγκομάχησα
εσύ αγκομάχησες
αυτός/αυτή/αυτό αγκομάχησε
εμείς αγκομαχήσαμε
εσείς αγκομαχήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκομάχησαν / αγκομαχήσαν / αγκομαχήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγκομαχάω / θα αγκομαχώ
εσύ θα αγκομαχάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκομαχάει / θα αγκομαχά
εμείς θα αγκομαχάμε / θα αγκομαχούμε
εσείς θα αγκομαχάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκομαχάνε / θα αγκομαχάν / θα αγκομαχούν / θα αγκομαχούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκομαχήσω
εσύ θα αγκομαχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκομαχήσει
εμείς θα αγκομαχήσουμε
εσείς θα αγκομαχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκομαχήσουν / θα αγκομαχήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγκομαχήσω
εσύ να αγκομαχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγκομαχήσει
εμείς να αγκομαχήσουμε
εσείς να αγκομαχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγκομαχήσουν / αγκομαχήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγκομαχήσει
εσύ έχεις αγκομαχήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγκομαχήσει
εμείς έχουμε αγκομαχήσει
εσείς έχετε αγκομαχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγκομαχήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγκομαχήσει
εσύ είχες αγκομαχήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγκομαχήσει
εμείς είχαμε αγκομαχήσει
εσείς είχατε αγκομαχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγκομαχήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγκομαχήσει
εσύ θα έχεις αγκομαχήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγκομαχήσει
εμείς θα έχουμε αγκομαχήσει
εσείς θα έχετε αγκομαχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγκομαχήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγκομάχαγε
(εσείς) αγκομαχάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγκομάχησε
(εσείς) αγκομαχήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγκομαχώντας / έχοντας αγκομαχήσει
Απαρέμφατο
αγκομαχήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.