Κλίση του ρήματος αγκιστρώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αγκιστρώνω
to hook, (catch with a fishhook)
Πλήρης κλίση του ρήματος αγκιστρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγκιστρώνω
εσύ αγκιστρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αγκιστρώνει
εμείς αγκιστρώνουμε
εσείς αγκιστρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκιστρώνουν / αγκιστρώνουνε

Παρατατικός

εγώ αγκίστρωνα
εσύ αγκίστρωνες
αυτός/αυτή/αυτό αγκίστρωνε
εμείς αγκιστρώναμε
εσείς αγκιστρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκίστρωναν / αγκιστρώναν / αγκιστρώνανε

Αόριστος

εγώ αγκίστρωσα
εσύ αγκίστρωσες
αυτός/αυτή/αυτό αγκίστρωσε
εμείς αγκιστρώσαμε
εσείς αγκιστρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκίστρωσαν / αγκιστρώσαν / αγκιστρώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγκιστρώνω
εσύ θα αγκιστρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκιστρώνει
εμείς θα αγκιστρώνουμε
εσείς θα αγκιστρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκιστρώνουν / θα αγκιστρώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγκιστρώσω
εσύ θα αγκιστρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκιστρώσει
εμείς θα αγκιστρώσουμε
εσείς θα αγκιστρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκιστρώσουν / θα αγκιστρώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγκιστρώσω
εσύ να αγκιστρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγκιστρώσει
εμείς να αγκιστρώσουμε
εσείς να αγκιστρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγκιστρώσουν / αγκιστρώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγκιστρώσει
εσύ έχεις αγκιστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγκιστρώσει
εμείς έχουμε αγκιστρώσει
εσείς έχετε αγκιστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγκιστρώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγκιστρώσει
εσύ είχες αγκιστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγκιστρώσει
εμείς είχαμε αγκιστρώσει
εσείς είχατε αγκιστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγκιστρώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγκιστρώσει
εσύ θα έχεις αγκιστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγκιστρώσει
εμείς θα έχουμε αγκιστρώσει
εσείς θα έχετε αγκιστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγκιστρώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αγκίστρωνε
(εσείς) αγκιστρώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγκίστρωσε
(εσείς) αγκιστρώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγκιστρώνομαι
εσύ αγκιστρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγκιστρώνεται
εμείς αγκιστρωνόμαστε
εσείς αγκιστρώνεστε / αγκιστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκιστρώνονται

Παρατατικός

εγώ αγκιστρωνόμουν / αγκιστρωνόμουνα
εσύ αγκιστρωνόσουν / αγκιστρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγκιστρωνόταν / αγκιστρωνότανε
εμείς αγκιστρωνόμασταν / αγκιστρωνόμαστε
εσείς αγκιστρωνόσασταν / αγκιστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκιστρώνονταν / αγκιστρωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αγκιστρώθηκα
εσύ αγκιστρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγκιστρώθηκε
εμείς αγκιστρωθήκαμε
εσείς αγκιστρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκιστρώθηκαν / αγκιστρωθήκαν / αγκιστρωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγκιστρώνομαι
εσύ θα αγκιστρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκιστρώνεται
εμείς θα αγκιστρωνόμαστε
εσείς θα αγκιστρώνεστε / θα αγκιστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκιστρώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγκιστρωθώ
εσύ θα αγκιστρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκιστρωθεί
εμείς θα αγκιστρωθούμε
εσείς θα αγκιστρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκιστρωθούν / θα αγκιστρωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγκιστρωθώ
εσύ να αγκιστρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγκιστρωθεί
εμείς να αγκιστρωθούμε
εσείς να αγκιστρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγκιστρωθούν / αγκιστρωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγκιστρωθεί
εσύ έχεις αγκιστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγκιστρωθεί
εμείς έχουμε αγκιστρωθεί
εσείς έχετε αγκιστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγκιστρωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγκιστρωθεί
εσύ είχες αγκιστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγκιστρωθεί
εμείς είχαμε αγκιστρωθεί
εσείς είχατε αγκιστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγκιστρωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγκιστρωθεί
εσύ θα έχεις αγκιστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγκιστρωθεί
εμείς θα έχουμε αγκιστρωθεί
εσείς θα έχετε αγκιστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγκιστρωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αγκιστρώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγκιστρώσου
(εσείς) αγκιστρωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αγκιστρώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αγκιστρώσει

Μετοχή παρακειμένου

αγκιστρωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αγκιστρώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αγκιστρωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.