to reserve, book set aside (theatre seat, restaurant table, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος αγκαζάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγκαζάρω
εσύ αγκαζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό αγκαζάρει
εμείς αγκαζάρουμε
εσείς αγκαζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκαζάρουν / αγκαζάρουνε
Παρατατικός
εγώ αγκαζάριζα
εσύ αγκαζάριζες
αυτός/αυτή/αυτό αγκαζάριζε
εμείς αγκαζάραμε
εσείς αγκαζάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκαζάριζαν / αγκαζάραν / αγκαζάρανε
Αόριστος
εγώ αγκαζάρισα
εσύ αγκαζάρισες
αυτός/αυτή/αυτό αγκαζάρισε
εμείς αγκαζάραμε
εσείς αγκαζάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκαζάρισαν / αγκαζάραν / αγκαζάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγκαζάρω
εσύ θα αγκαζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκαζάρει
εμείς θα αγκαζάρουμε
εσείς θα αγκαζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκαζάρουν / θα αγκαζάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκαζάρω
εσύ θα αγκαζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκαζάρει
εμείς θα αγκαζάρουμε
εσείς θα αγκαζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκαζάρουν / θα αγκαζάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγκαζάρω
εσύ να αγκαζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγκαζάρει
εμείς να αγκαζάρουμε
εσείς να αγκαζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγκαζάρουν / αγκαζάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγκαζάρει
εσύ έχεις αγκαζάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγκαζάρει
εμείς έχουμε αγκαζάρει
εσείς έχετε αγκαζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγκαζάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγκαζάρει
εσύ είχες αγκαζάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγκαζάρει
εμείς είχαμε αγκαζάρει
εσείς είχατε αγκαζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγκαζάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγκαζάρει
εσύ θα έχεις αγκαζάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγκαζάρει
εμείς θα έχουμε αγκαζάρει
εσείς θα έχετε αγκαζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγκαζάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγκαζάριζε
(εσείς) αγκαζάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγκαζάρισε
(εσείς) αγκαζάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγκαζάρομαι
εσύ αγκαζάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγκαζάρεται
εμείς αγκαζαριζόμαστε
εσείς αγκαζάρεστε / αγκαζαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκαζάρονται
Παρατατικός
εγώ αγκαζαριζόμουν / αγκαζαριζόμουνα
εσύ αγκαζαριζόσουν / αγκαζαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγκαζαριζόταν / αγκαζαριζότανε
εμείς αγκαζαριζόμασταν / αγκαζαριζόμαστε
εσείς αγκαζαριζόσασταν / αγκαζαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκαζάρονταν / αγκαζαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αγκαζαρίστηκα
εσύ αγκαζαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγκαζαρίστηκε
εμείς αγκαζαριστήκαμε
εσείς αγκαζαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγκαζαρίστηκαν / αγκαζαριστήκαν / αγκαζαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγκαζάρομαι
εσύ θα αγκαζάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκαζάρεται
εμείς θα αγκαζαριζόμαστε
εσείς θα αγκαζάρεστε / θα αγκαζαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκαζάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκαζαριστώ
εσύ θα αγκαζαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγκαζαριστεί
εμείς θα αγκαζαριστούμε
εσείς θα αγκαζαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγκαζαριστούν / θα αγκαζαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγκαζαριστώ
εσύ να αγκαζαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγκαζαριστεί
εμείς να αγκαζαριστούμε
εσείς να αγκαζαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγκαζαριστούν / αγκαζαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγκαζαριστεί
εσύ έχεις αγκαζαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγκαζαριστεί
εμείς έχουμε αγκαζαριστεί
εσείς έχετε αγκαζαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγκαζαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγκαζαριστεί
εσύ είχες αγκαζαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγκαζαριστεί
εμείς είχαμε αγκαζαριστεί
εσείς είχατε αγκαζαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγκαζαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγκαζαριστεί
εσύ θα έχεις αγκαζαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγκαζαριστεί
εμείς θα έχουμε αγκαζαριστεί
εσείς θα έχετε αγκαζαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγκαζαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγκαζάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγκαζαρίσου
(εσείς) αγκαζαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγκαζάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αγκαζάρει
Μετοχή παρακειμένου
αγκαζαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αγκαζάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αγκαζαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.