Κλίση του ρήματος αγιοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αγιοποιώ
to canonise (UK), canonize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αγιοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγιοποιώ
εσύ αγιοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό αγιοποιεί
εμείς αγιοποιούμε
εσείς αγιοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιοποιούν / αγιοποιούνε

Παρατατικός

εγώ αγιοποιούσα
εσύ αγιοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό αγιοποιούσε
εμείς αγιοποιούσαμε
εσείς αγιοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιοποιούσαν / αγιοποιούσανε

Αόριστος

εγώ αγιοποίησα
εσύ αγιοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό αγιοποίησε
εμείς αγιοποιήσαμε
εσείς αγιοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιοποίησαν / αγιοποιήσαν / αγιοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγιοποιώ
εσύ θα αγιοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιοποιεί
εμείς θα αγιοποιούμε
εσείς θα αγιοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιοποιούν / θα αγιοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγιοποιήσω
εσύ θα αγιοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιοποιήσει
εμείς θα αγιοποιήσουμε
εσείς θα αγιοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιοποιήσουν / θα αγιοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγιοποιήσω
εσύ να αγιοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγιοποιήσει
εμείς να αγιοποιήσουμε
εσείς να αγιοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγιοποιήσουν / αγιοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγιοποιήσει
εσύ έχεις αγιοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγιοποιήσει
εμείς έχουμε αγιοποιήσει
εσείς έχετε αγιοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγιοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγιοποιήσει
εσύ είχες αγιοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγιοποιήσει
εμείς είχαμε αγιοποιήσει
εσείς είχατε αγιοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγιοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγιοποιήσει
εσύ θα έχεις αγιοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγιοποιήσει
εμείς θα έχουμε αγιοποιήσει
εσείς θα έχετε αγιοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγιοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αγιοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγιοποίησε
(εσείς) αγιοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγιοποιούμαι
εσύ αγιοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγιοποιείται
εμείς αγιοποιούμαστε / αγιοποιόμαστε
εσείς αγιοποιείστε / αγιοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιοποιούνται

Παρατατικός

εγώ αγιοποιούμουν / αγιοποιούμουνα / αγιοποιόμουν / αγιοποιόμουνα
εσύ αγιοποιόσουν / αγιοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγιοποιούνταν / αγιοποιόταν / αγιοποιότανε / αγιοποιείτο
εμείς αγιοποιούμασταν / ‑ούμαστε / αγιοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς αγιοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιοποιούνταν / αγιοποιόνταν / αγιοποιόντανε / αγιοποιόντουσαν / αγιοποιούντο

Αόριστος

εγώ αγιοποιήθηκα
εσύ αγιοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγιοποιήθηκε
εμείς αγιοποιηθήκαμε
εσείς αγιοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιοποιήθηκαν / αγιοποιηθήκαν / αγιοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγιοποιούμαι
εσύ θα αγιοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιοποιείται
εμείς θα αγιοποιούμαστε / θα αγιοποιόμαστε
εσείς θα αγιοποιείστε / θα αγιοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγιοποιηθώ
εσύ θα αγιοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιοποιηθεί
εμείς θα αγιοποιηθούμε
εσείς θα αγιοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιοποιηθούν / θα αγιοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγιοποιηθώ
εσύ να αγιοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγιοποιηθεί
εμείς να αγιοποιηθούμε
εσείς να αγιοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγιοποιηθούν / αγιοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγιοποιηθεί
εσύ έχεις αγιοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγιοποιηθεί
εμείς έχουμε αγιοποιηθεί
εσείς έχετε αγιοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγιοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγιοποιηθεί
εσύ είχες αγιοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγιοποιηθεί
εμείς είχαμε αγιοποιηθεί
εσείς είχατε αγιοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγιοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγιοποιηθεί
εσύ θα έχεις αγιοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγιοποιηθεί
εμείς θα έχουμε αγιοποιηθεί
εσείς θα έχετε αγιοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγιοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αγιοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγιοποιήσου
(εσείς) αγιοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αγιοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αγιοποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αγιοποιούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αγιοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αγιοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αγιοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.