2 διαφορετικά ρήματα « αγιάζω »:
αγιάζω — to consecrate, bless, sprinkle with holy · αγιάζω — to bless, sprinkle with holy water
to consecrate, bless, sprinkle with holy water
Πλήρης κλίση του ρήματος αγιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγιάζω
εσύ αγιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αγιάζει
εμείς αγιάζουμε / αγιάζομε
εσείς αγιάζεσθε / αγιάζεστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάζουν / αγιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αγίαζα
εσύ αγίαζες
αυτός/αυτή/αυτό αγίαζε
εμείς αγιάζαμε
εσείς αγιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγίαζαν / αγιάζαν / αγιάζανε
Αόριστος
εγώ αγίασα
εσύ αγίασες
αυτός/αυτή/αυτό αγίασε
εμείς αγιάσουμε / αγιάσομε
εσείς αγιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγίασαν / αγιάσαν / αγιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγιάζω
εσύ θα αγιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιάζει
εμείς θα αγιάζουμε / θα αγιάζομε
εσείς θα αγιάζεσθε / θα αγιάζεστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιάζουν / θα αγιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιάσω
εσύ θα αγιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιάσει
εμείς θα αγιάσουμε
εσείς θα αγιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιάσουν / θα αγιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγιάσω
εσύ να αγιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγιάσει
εμείς να αγιάσουμε
εσείς να αγιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγιάσουν / αγιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγιάσει
εσύ έχεις αγιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγιάσει
εμείς έχουμε αγιάσει
εσείς έχετε αγιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγιάσει
εσύ είχες αγιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγιάσει
εμείς είχαμε αγιάσει
εσείς είχατε αγιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγιάσει
εσύ θα έχεις αγιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγιάσει
εμείς θα έχουμε αγιάσει
εσείς θα έχετε αγιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγίαζε
(εσείς) αγιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγίασε
(εσείς) αγιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγιάζομαι
εσύ αγιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγιάζεται
εμείς αγιαζόμαστε
εσείς αγιάζεστε / αγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάζονται
Παρατατικός
εγώ αγιαζόμουν / αγιαζόμουνα
εσύ αγιαζόσουν / αγιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγιαζόταν / αγιαζότανε
εμείς αγιαζόμασταν / αγιαζόμαστε
εσείς αγιαζόσασταν / αγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάζονταν / αγιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αγιάσθηκα / αγιάστηκα
εσύ αγιάσθηκες / αγιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγιάσθηκε / αγιάστηκε
εμείς αγιασθήκαμε / αγιαστήκαμε
εσείς αγιασθήκατε / αγιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάσθηκαν / αγιασθήκαν / αγιασθήκανε / αγιάστηκαν / αγιαστήκαν / αγιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγιάζομαι
εσύ θα αγιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιάζεται
εμείς θα αγιαζόμαστε
εσείς θα αγιάζεστε / θα αγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιασθώ / θα αγιαστώ
εσύ θα αγιασθείς / θα αγιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιασθεί / θα αγιαστεί
εμείς θα αγιασθούμε / θα αγιαστούμε
εσείς θα αγιασθείτε / θα αγιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιασθούν / θα αγιασθούνε / θα αγιαστούν / θα αγιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγιασθώ / αγιαστώ
εσύ να αγιασθείς / αγιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγιασθεί / αγιαστεί
εμείς να αγιασθούμε / αγιαστούμε
εσείς να αγιασθείτε / αγιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγιασθούν / αγιασθούνε / αγιαστούν / αγιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγιασθεί / αγιαστεί
εσύ έχεις αγιασθεί / αγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγιασθεί / αγιαστεί
εμείς έχουμε αγιασθεί / αγιαστεί
εσείς έχετε αγιασθεί / αγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγιασθεί / αγιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγιασθεί / αγιαστεί
εσύ είχες αγιασθεί / αγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγιασθεί / αγιαστεί
εμείς είχαμε αγιασθεί / αγιαστεί
εσείς είχατε αγιασθεί / αγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγιασθεί / αγιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγιασθεί / αγιαστεί
εσύ θα έχεις αγιασθεί / αγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγιασθεί / αγιαστεί
εμείς θα έχουμε αγιασθεί / αγιαστεί
εσείς θα έχετε αγιασθεί / αγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγιασθεί / αγιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγιάσου
(εσείς) αγιασθείτε / αγιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αγιάσει
Μετοχή παρακειμένου
αγιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αγιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αγιασθεί / αγιαστεί
to bless, sprinkle with holy water
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγιάζω
εσύ αγιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αγιάζει
εμείς αγιάζουμε
εσείς αγιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάζουν / αγιάζουνε
Παρατατικός
εγώ άγιαζα
εσύ άγιαζες
αυτός/αυτή/αυτό άγιαζε
εμείς αγιάζαμε
εσείς αγιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά άγιαζαν / αγιάζαν / αγιάζανε
Αόριστος
εγώ άγιασα
εσύ άγιασες
αυτός/αυτή/αυτό άγιασε
εμείς αγιάσαμε
εσείς αγιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άγιασαν / αγιάσαν / αγιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγιάζω
εσύ θα αγιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιάζει
εμείς θα αγιάζουμε
εσείς θα αγιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιάζουν / θα αγιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιάσω
εσύ θα αγιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιάσει
εμείς θα αγιάσουμε
εσείς θα αγιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιάσουν / θα αγιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγιάσω
εσύ να αγιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγιάσει
εμείς να αγιάσουμε
εσείς να αγιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγιάσουν / αγιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγιάσει
εσύ έχεις αγιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγιάσει
εμείς έχουμε αγιάσει
εσείς έχετε αγιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγιάσει
εσύ είχες αγιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγιάσει
εμείς είχαμε αγιάσει
εσείς είχατε αγιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγιάσει
εσύ θα έχεις αγιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγιάσει
εμείς θα έχουμε αγιάσει
εσείς θα έχετε αγιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άγιαζε
(εσείς) αγιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άγιασε
(εσείς) αγιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγιάζομαι
εσύ αγιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγιάζεται
εμείς αγιαζόμαστε
εσείς αγιάζεστε / αγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάζονται
Παρατατικός
εγώ αγιαζόμουν / αγιαζόμουνα
εσύ αγιαζόσουν / αγιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγιαζόταν / αγιαζότανε
εμείς αγιαζόμασταν / αγιαζόμαστε
εσείς αγιαζόσασταν / αγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάζονταν / αγιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αγιάστηκα
εσύ αγιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγιάστηκε
εμείς αγιαστήκαμε
εσείς αγιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγιάστηκαν / αγιαστήκαν / αγιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγιάζομαι
εσύ θα αγιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιάζεται
εμείς θα αγιαζόμαστε
εσείς θα αγιάζεστε / θα αγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιαστώ
εσύ θα αγιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγιαστεί
εμείς θα αγιαστούμε
εσείς θα αγιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγιαστούν / θα αγιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγιαστώ
εσύ να αγιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγιαστεί
εμείς να αγιαστούμε
εσείς να αγιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγιαστούν / αγιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγιαστεί
εσύ έχεις αγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγιαστεί
εμείς έχουμε αγιαστεί
εσείς έχετε αγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγιαστεί
εσύ είχες αγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγιαστεί
εμείς είχαμε αγιαστεί
εσείς είχατε αγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγιαστεί
εσύ θα έχεις αγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγιαστεί
εμείς θα έχουμε αγιαστεί
εσείς θα έχετε αγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγιάσου
(εσείς) αγιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αγιάσει
Μετοχή παρακειμένου
αγιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αγιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αγιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.