Κλίση του ρήματος αγγλοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αγγλοποιώ
to anglicise (UK), anglicize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αγγλοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγγλοποιώ
εσύ αγγλοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό αγγλοποιεί
εμείς αγγλοποιούμε
εσείς αγγλοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγλοποιούν / αγγλοποιούνε

Παρατατικός

εγώ αγγλοποιούσα
εσύ αγγλοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό αγγλοποιούσε
εμείς αγγλοποιούσαμε
εσείς αγγλοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγλοποιούσαν / αγγλοποιούσανε

Αόριστος

εγώ αγγλοποίησα
εσύ αγγλοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό αγγλοποίησε
εμείς αγγλοποιήσαμε
εσείς αγγλοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγλοποίησαν / αγγλοποιήσαν / αγγλοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγγλοποιώ
εσύ θα αγγλοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγλοποιεί
εμείς θα αγγλοποιούμε
εσείς θα αγγλοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγλοποιούν / θα αγγλοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγγλοποιήσω
εσύ θα αγγλοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγλοποιήσει
εμείς θα αγγλοποιήσουμε
εσείς θα αγγλοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγλοποιήσουν / θα αγγλοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγγλοποιήσω
εσύ να αγγλοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγγλοποιήσει
εμείς να αγγλοποιήσουμε
εσείς να αγγλοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγγλοποιήσουν / αγγλοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγγλοποιήσει
εσύ έχεις αγγλοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγγλοποιήσει
εμείς έχουμε αγγλοποιήσει
εσείς έχετε αγγλοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγγλοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγγλοποιήσει
εσύ είχες αγγλοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγγλοποιήσει
εμείς είχαμε αγγλοποιήσει
εσείς είχατε αγγλοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγγλοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγγλοποιήσει
εσύ θα έχεις αγγλοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγγλοποιήσει
εμείς θα έχουμε αγγλοποιήσει
εσείς θα έχετε αγγλοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγγλοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αγγλοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγγλοποίησε
(εσείς) αγγλοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγγλοποιούμαι
εσύ αγγλοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγγλοποιείται
εμείς αγγλοποιούμαστε / αγγλοποιόμαστε
εσείς αγγλοποιείστε / αγγλοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγλοποιούνται

Παρατατικός

εγώ αγγλοποιούμουν / αγγλοποιούμουνα / αγγλοποιόμουν / αγγλοποιόμουνα
εσύ αγγλοποιόσουν / αγγλοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγγλοποιούνταν / αγγλοποιόταν / αγγλοποιότανε / αγγλοποιείτο
εμείς αγγλοποιούμασταν / ‑ούμαστε / αγγλοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς αγγλοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγλοποιούνταν / αγγλοποιόνταν / αγγλοποιόντανε / αγγλοποιόντουσαν / αγγλοποιούντο

Αόριστος

εγώ αγγλοποιήθηκα
εσύ αγγλοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγγλοποιήθηκε
εμείς αγγλοποιηθήκαμε
εσείς αγγλοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγλοποιήθηκαν / αγγλοποιηθήκαν / αγγλοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγγλοποιούμαι
εσύ θα αγγλοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγλοποιείται
εμείς θα αγγλοποιούμαστε / θα αγγλοποιόμαστε
εσείς θα αγγλοποιείστε / θα αγγλοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγλοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγγλοποιηθώ
εσύ θα αγγλοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγλοποιηθεί
εμείς θα αγγλοποιηθούμε
εσείς θα αγγλοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγλοποιηθούν / θα αγγλοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγγλοποιηθώ
εσύ να αγγλοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγγλοποιηθεί
εμείς να αγγλοποιηθούμε
εσείς να αγγλοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγγλοποιηθούν / αγγλοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγγλοποιηθεί
εσύ έχεις αγγλοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγγλοποιηθεί
εμείς έχουμε αγγλοποιηθεί
εσείς έχετε αγγλοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγγλοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγγλοποιηθεί
εσύ είχες αγγλοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγγλοποιηθεί
εμείς είχαμε αγγλοποιηθεί
εσείς είχατε αγγλοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγγλοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγγλοποιηθεί
εσύ θα έχεις αγγλοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγγλοποιηθεί
εμείς θα έχουμε αγγλοποιηθεί
εσείς θα έχετε αγγλοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγγλοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αγγλοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγγλοποιήσου
(εσείς) αγγλοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αγγλοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αγγλοποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αγγλοποιούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αγγλοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αγγλοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αγγλοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.