to be knocking on heaven's door (literally: struck by the angel of death, hearing the knock of death)
Πλήρης κλίση του ρήματος αγγελοκρούω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγγελοκρούω
εσύ αγγελοκρούεις
αυτός/αυτή/αυτό αγγελοκρούει
εμείς αγγελοκρούουμε
εσείς αγγελοκρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελοκρούουν / αγγελοκρούουνε
Παρατατικός
εγώ αγγελόκρουα
εσύ αγγελόκρουες
αυτός/αυτή/αυτό αγγελόκρουε
εμείς αγγελοκρούαμε
εσείς αγγελοκρούατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελόκρουαν / αγγελοκρούαν / αγγελοκρούανε
Αόριστος
εγώ αγγελόκρουσα
εσύ αγγελόκρουσες
αυτός/αυτή/αυτό αγγελόκρουσε
εμείς αγγελοκρούσαμε
εσείς αγγελοκρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελόκρουσαν / αγγελοκρούσαν / αγγελοκρούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγγελοκρούω
εσύ θα αγγελοκρούεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγελοκρούει
εμείς θα αγγελοκρούουμε
εσείς θα αγγελοκρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγελοκρούουν / θα αγγελοκρούουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγγελοκρούσω
εσύ θα αγγελοκρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγελοκρούσει
εμείς θα αγγελοκρούσουμε
εσείς θα αγγελοκρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγελοκρούσουν / θα αγγελοκρούσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγγελοκρούσω
εσύ να αγγελοκρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγγελοκρούσει
εμείς να αγγελοκρούσουμε
εσείς να αγγελοκρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγγελοκρούσουν / αγγελοκρούσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγγελοκρούσει
εσύ έχεις αγγελοκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγγελοκρούσει
εμείς έχουμε αγγελοκρούσει
εσείς έχετε αγγελοκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγγελοκρούσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγγελοκρούσει
εσύ είχες αγγελοκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγγελοκρούσει
εμείς είχαμε αγγελοκρούσει
εσείς είχατε αγγελοκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγγελοκρούσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγγελοκρούσει
εσύ θα έχεις αγγελοκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγγελοκρούσει
εμείς θα έχουμε αγγελοκρούσει
εσείς θα έχετε αγγελοκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγγελοκρούσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγγελόκρουε
(εσείς) αγγελοκρούετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγγελόκρουσε
(εσείς) αγγελοκρούστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγγελοκρούομαι
εσύ αγγελοκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αγγελοκρούεται
εμείς αγγελοκρουόμαστε
εσείς αγγελοκρούεστε / αγγελοκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελοκρούονται
Παρατατικός
εγώ αγγελοκρουόμουν / αγγελοκρουόμουνα
εσύ αγγελοκρουόσουν / αγγελοκρουόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αγγελοκρουόταν / αγγελοκρουότανε
εμείς αγγελοκρουόμασταν / αγγελοκρουόμαστε
εσείς αγγελοκρουόσασταν / αγγελοκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελοκρούονταν / αγγελοκρουόντουσαν
Αόριστος
εγώ αγγελοκρούστηκα
εσύ αγγελοκρούστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αγγελοκρούστηκε
εμείς αγγελοκρουστήκαμε
εσείς αγγελοκρουστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελοκρούστηκαν / αγγελοκρουστήκαν / αγγελοκρουστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγγελοκρούομαι
εσύ θα αγγελοκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγελοκρούεται
εμείς θα αγγελοκρουόμαστε
εσείς θα αγγελοκρούεστε / θα αγγελοκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγελοκρούονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγγελοκρουστώ
εσύ θα αγγελοκρουστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγελοκρουστεί
εμείς θα αγγελοκρουστούμε
εσείς θα αγγελοκρουστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγελοκρουστούν / θα αγγελοκρουστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγγελοκρουστώ
εσύ να αγγελοκρουστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αγγελοκρουστεί
εμείς να αγγελοκρουστούμε
εσείς να αγγελοκρουστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγγελοκρουστούν / αγγελοκρουστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγγελοκρουστεί
εσύ έχεις αγγελοκρουστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγγελοκρουστεί
εμείς έχουμε αγγελοκρουστεί
εσείς έχετε αγγελοκρουστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγγελοκρουστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγγελοκρουστεί
εσύ είχες αγγελοκρουστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγγελοκρουστεί
εμείς είχαμε αγγελοκρουστεί
εσείς είχατε αγγελοκρουστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγγελοκρουστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγγελοκρουστεί
εσύ θα έχεις αγγελοκρουστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγγελοκρουστεί
εμείς θα έχουμε αγγελοκρουστεί
εσείς θα έχετε αγγελοκρουστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγγελοκρουστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγγελοκρούεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγγελοκρούσου
(εσείς) αγγελοκρουστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγγελοκρούοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αγγελοκρούσει
Μετοχή παρακειμένου
αγγελοκρουσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αγγελοκρούσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αγγελοκρουστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.