to be knocking on heaven's door, be at death's door, be on one's deathbed (to be near death, to be dying)
Πλήρης κλίση του ρήματος αγγελοθωρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγγελοθωρώ
εσύ αγγελοθωρείς
αυτός/αυτή/αυτό αγγελοθωρεί
εμείς αγγελοθωρούμε
εσείς αγγελοθωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελοθωρούν / αγγελοθωρούνε
Παρατατικός
εγώ αγγελοθωρούσα
εσύ αγγελοθωρούσες
αυτός/αυτή/αυτό αγγελοθωρούσε
εμείς αγγελοθωρούσαμε
εσείς αγγελοθωρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελοθωρούσαν / αγγελοθωρούσανε
Αόριστος
εγώ αγγελοθώρησα
εσύ αγγελοθώρησες
αυτός/αυτή/αυτό αγγελοθώρησε
εμείς αγγελοθωρήσαμε
εσείς αγγελοθωρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγγελοθώρησαν / αγγελοθωρήσαν / αγγελοθωρήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγγελοθωρώ
εσύ θα αγγελοθωρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγελοθωρεί
εμείς θα αγγελοθωρούμε
εσείς θα αγγελοθωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγελοθωρούν / θα αγγελοθωρούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγγελοθωρήσω
εσύ θα αγγελοθωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγγελοθωρήσει
εμείς θα αγγελοθωρήσουμε
εσείς θα αγγελοθωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγγελοθωρήσουν / θα αγγελοθωρήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγγελοθωρήσω
εσύ να αγγελοθωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγγελοθωρήσει
εμείς να αγγελοθωρήσουμε
εσείς να αγγελοθωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγγελοθωρήσουν / αγγελοθωρήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγγελοθωρήσει
εσύ έχεις αγγελοθωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγγελοθωρήσει
εμείς έχουμε αγγελοθωρήσει
εσείς έχετε αγγελοθωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγγελοθωρήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγγελοθωρήσει
εσύ είχες αγγελοθωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγγελοθωρήσει
εμείς είχαμε αγγελοθωρήσει
εσείς είχατε αγγελοθωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγγελοθωρήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγγελοθωρήσει
εσύ θα έχεις αγγελοθωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγγελοθωρήσει
εμείς θα έχουμε αγγελοθωρήσει
εσείς θα έχετε αγγελοθωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγγελοθωρήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αγγελοθωρείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγγελοθώρησε
(εσείς) αγγελοθωρήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγγελοθωρώντας / έχοντας αγγελοθωρήσει
Απαρέμφατο
αγγελοθωρήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.