Κλίση του ρήματος αγαπίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αγαπίζω
to reconcile, conciliate
Πλήρης κλίση του ρήματος αγαπίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αγαπίζω
εσύ αγαπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αγαπίζει
εμείς αγαπίζουμε
εσείς αγαπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγαπίζουν / αγαπίζουνε

Παρατατικός

εγώ αγάπιζα
εσύ αγάπιζες
αυτός/αυτή/αυτό αγάπιζε
εμείς αγαπίζαμε
εσείς αγαπίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγάπιζαν / αγαπίζαν / αγαπίζανε

Αόριστος

εγώ αγάπισα
εσύ αγάπισες
αυτός/αυτή/αυτό αγάπισε
εμείς αγαπίσαμε
εσείς αγαπίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγάπισαν / αγαπίσαν / αγαπίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αγαπίζω
εσύ θα αγαπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγαπίζει
εμείς θα αγαπίζουμε
εσείς θα αγαπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγαπίζουν / θα αγαπίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αγαπίσω
εσύ θα αγαπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγαπίσει
εμείς θα αγαπίσουμε
εσείς θα αγαπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγαπίσουν / θα αγαπίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αγαπίσω
εσύ να αγαπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγαπίσει
εμείς να αγαπίσουμε
εσείς να αγαπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγαπίσουν / αγαπίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αγαπίσει
εσύ έχεις αγαπίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγαπίσει
εμείς έχουμε αγαπίσει
εσείς έχετε αγαπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγαπίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αγαπίσει
εσύ είχες αγαπίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγαπίσει
εμείς είχαμε αγαπίσει
εσείς είχατε αγαπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγαπίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αγαπίσει
εσύ θα έχεις αγαπίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγαπίσει
εμείς θα έχουμε αγαπίσει
εσείς θα έχετε αγαπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγαπίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αγάπιζε
(εσείς) αγαπίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αγάπισε
(εσείς) αγαπίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αγαπίζοντας / έχοντας αγαπίσει

Απαρέμφατο

αγαπίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.