to look gullible, appear naive
Πλήρης κλίση του ρήματος αγαθεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αγαθεύω
εσύ αγαθεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αγαθεύει
εμείς αγαθεύουμε
εσείς αγαθεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αγαθεύουν / αγαθεύουνε
Παρατατικός
εγώ αγάθευα
εσύ αγάθευες
αυτός/αυτή/αυτό αγάθευε
εμείς αγαθεύαμε
εσείς αγαθεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγάθευαν / αγαθεύαν / αγαθεύανε
Αόριστος
εγώ αγάθεψα
εσύ αγάθεψες
αυτός/αυτή/αυτό αγάθεψε
εμείς αγαθέψαμε
εσείς αγαθέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά αγάθεψαν / αγαθέψαν / αγαθέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγαθεύω
εσύ θα αγαθεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγαθεύει
εμείς θα αγαθεύουμε
εσείς θα αγαθεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγαθεύουν / θα αγαθεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγαθέψω
εσύ θα αγαθέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αγαθέψει
εμείς θα αγαθέψουμε
εσείς θα αγαθέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αγαθέψουν / θα αγαθέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αγαθέψω
εσύ να αγαθέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αγαθέψει
εμείς να αγαθέψουμε
εσείς να αγαθέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αγαθέψουν / αγαθέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αγαθέψει
εσύ έχεις αγαθέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αγαθέψει
εμείς έχουμε αγαθέψει
εσείς έχετε αγαθέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αγαθέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αγαθέψει
εσύ είχες αγαθέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αγαθέψει
εμείς είχαμε αγαθέψει
εσείς είχατε αγαθέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αγαθέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αγαθέψει
εσύ θα έχεις αγαθέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αγαθέψει
εμείς θα έχουμε αγαθέψει
εσείς θα έχετε αγαθέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αγαθέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αγάθευε
(εσείς) αγαθεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αγάθεψε
(εσείς) αγαθέψτε / αγαθεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αγαθεύοντας / έχοντας αγαθέψει
Απαρέμφατο
αγαθέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.