Κλίση του ρήματος αβδελλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αβδελλώνω
alternative form of αβδελλιάζω (avdelliázo)
Πλήρης κλίση του ρήματος αβδελλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αβδελλώνω
εσύ αβδελλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλώνει
εμείς αβδελλώνουμε
εσείς αβδελλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλώνουν / αβδελλώνουνε

Παρατατικός

εγώ αβδέλλωνα
εσύ αβδέλλωνες
αυτός/αυτή/αυτό αβδέλλωνε
εμείς αβδελλώναμε
εσείς αβδελλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδέλλωναν / αβδελλώναν / αβδελλώνανε

Αόριστος

εγώ αβδέλλωσα
εσύ αβδέλλωσες
αυτός/αυτή/αυτό αβδέλλωσε
εμείς αβδελλώσαμε
εσείς αβδελλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδέλλωσαν / αβδελλώσαν / αβδελλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αβδελλώνω
εσύ θα αβδελλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλώνει
εμείς θα αβδελλώνουμε
εσείς θα αβδελλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλώνουν / θα αβδελλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αβδελλώσω
εσύ θα αβδελλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλώσει
εμείς θα αβδελλώσουμε
εσείς θα αβδελλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλώσουν / θα αβδελλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αβδελλώσω
εσύ να αβδελλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αβδελλώσει
εμείς να αβδελλώσουμε
εσείς να αβδελλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβδελλώσουν / αβδελλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αβδελλώσει
εσύ έχεις αβδελλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβδελλώσει
εμείς έχουμε αβδελλώσει
εσείς έχετε αβδελλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβδελλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αβδελλώσει
εσύ είχες αβδελλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβδελλώσει
εμείς είχαμε αβδελλώσει
εσείς είχατε αβδελλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβδελλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αβδελλώσει
εσύ θα έχεις αβδελλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβδελλώσει
εμείς θα έχουμε αβδελλώσει
εσείς θα έχετε αβδελλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβδελλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αβδέλλωνε
(εσείς) αβδελλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αβδέλλωσε
(εσείς) αβδελλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αβδελλώνομαι
εσύ αβδελλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλώνεται
εμείς αβδελλωνόμαστε
εσείς αβδελλώνεστε / αβδελλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλώνονται

Παρατατικός

εγώ αβδελλωνόμουν / αβδελλωνόμουνα
εσύ αβδελλωνόσουν / αβδελλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλωνόταν / αβδελλωνότανε
εμείς αβδελλωνόμασταν / αβδελλωνόμαστε
εσείς αβδελλωνόσασταν / αβδελλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλώνονταν / αβδελλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αβδελλώθηκα
εσύ αβδελλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλώθηκε
εμείς αβδελλωθήκαμε
εσείς αβδελλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλώθηκαν / αβδελλωθήκαν / αβδελλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αβδελλώνομαι
εσύ θα αβδελλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλώνεται
εμείς θα αβδελλωνόμαστε
εσείς θα αβδελλώνεστε / θα αβδελλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αβδελλωθώ
εσύ θα αβδελλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλωθεί
εμείς θα αβδελλωθούμε
εσείς θα αβδελλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλωθούν / θα αβδελλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αβδελλωθώ
εσύ να αβδελλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αβδελλωθεί
εμείς να αβδελλωθούμε
εσείς να αβδελλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβδελλωθούν / αβδελλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αβδελλωθεί
εσύ έχεις αβδελλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβδελλωθεί
εμείς έχουμε αβδελλωθεί
εσείς έχετε αβδελλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβδελλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αβδελλωθεί
εσύ είχες αβδελλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβδελλωθεί
εμείς είχαμε αβδελλωθεί
εσείς είχατε αβδελλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβδελλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αβδελλωθεί
εσύ θα έχεις αβδελλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβδελλωθεί
εμείς θα έχουμε αβδελλωθεί
εσείς θα έχετε αβδελλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβδελλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αβδελλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αβδελλώσου
(εσείς) αβδελλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αβδελλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αβδελλώσει

Μετοχή παρακειμένου

αβδελλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αβδελλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αβδελλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.