to infested with liver flukes or leeches (livestock)
Πλήρης κλίση του ρήματος αβδελλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβδελλιάζω
εσύ αβδελλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλιάζει
εμείς αβδελλιάζουμε
εσείς αβδελλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλιάζουν / αβδελλιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αβδέλλιαζα
εσύ αβδέλλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό αβδέλλιαζε
εμείς αβδελλιάζαμε
εσείς αβδελλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδέλλιαζαν / αβδελλιάζαν / αβδελλιάζανε
Αόριστος
εγώ αβδέλλιασα
εσύ αβδέλλιασες
αυτός/αυτή/αυτό αβδέλλιασε
εμείς αβδελλιάσαμε
εσείς αβδελλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδέλλιασαν / αβδελλιάσαν / αβδελλιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβδελλιάζω
εσύ θα αβδελλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλιάζει
εμείς θα αβδελλιάζουμε
εσείς θα αβδελλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλιάζουν / θα αβδελλιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβδελλιάσω
εσύ θα αβδελλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλιάσει
εμείς θα αβδελλιάσουμε
εσείς θα αβδελλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλιάσουν / θα αβδελλιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβδελλιάσω
εσύ να αβδελλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αβδελλιάσει
εμείς να αβδελλιάσουμε
εσείς να αβδελλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβδελλιάσουν / αβδελλιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβδελλιάσει
εσύ έχεις αβδελλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβδελλιάσει
εμείς έχουμε αβδελλιάσει
εσείς έχετε αβδελλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβδελλιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβδελλιάσει
εσύ είχες αβδελλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβδελλιάσει
εμείς είχαμε αβδελλιάσει
εσείς είχατε αβδελλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβδελλιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβδελλιάσει
εσύ θα έχεις αβδελλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβδελλιάσει
εμείς θα έχουμε αβδελλιάσει
εσείς θα έχετε αβδελλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβδελλιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αβδέλλιαζε
(εσείς) αβδελλιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβδέλλιασε
(εσείς) αβδελλιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβδελλιάζομαι
εσύ αβδελλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλιάζεται
εμείς αβδελλιαζόμαστε
εσείς αβδελλιάζεστε / αβδελλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλιάζονται
Παρατατικός
εγώ αβδελλιαζόμουν / αβδελλιαζόμουνα
εσύ αβδελλιαζόσουν / αβδελλιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλιαζόταν / αβδελλιαζότανε
εμείς αβδελλιαζόμασταν / αβδελλιαζόμαστε
εσείς αβδελλιαζόσασταν / αβδελλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλιάζονταν / αβδελλιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αβδελλιάστηκα
εσύ αβδελλιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αβδελλιάστηκε
εμείς αβδελλιαστήκαμε
εσείς αβδελλιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβδελλιάστηκαν / αβδελλιαστήκαν / αβδελλιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβδελλιάζομαι
εσύ θα αβδελλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλιάζεται
εμείς θα αβδελλιαζόμαστε
εσείς θα αβδελλιάζεστε / θα αβδελλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβδελλιαστώ
εσύ θα αβδελλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αβδελλιαστεί
εμείς θα αβδελλιαστούμε
εσείς θα αβδελλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβδελλιαστούν / θα αβδελλιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβδελλιαστώ
εσύ να αβδελλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αβδελλιαστεί
εμείς να αβδελλιαστούμε
εσείς να αβδελλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβδελλιαστούν / αβδελλιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβδελλιαστεί
εσύ έχεις αβδελλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβδελλιαστεί
εμείς έχουμε αβδελλιαστεί
εσείς έχετε αβδελλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβδελλιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβδελλιαστεί
εσύ είχες αβδελλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβδελλιαστεί
εμείς είχαμε αβδελλιαστεί
εσείς είχατε αβδελλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβδελλιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβδελλιαστεί
εσύ θα έχεις αβδελλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβδελλιαστεί
εμείς θα έχουμε αβδελλιαστεί
εσείς θα έχετε αβδελλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβδελλιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αβδελλιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβδελλιάσου
(εσείς) αβδελλιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αβδελλιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αβδελλιάσει
Απαρέμφατο
αβδελλιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αβδελλιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.