to add a mixture of egg and lemon juice (αβγολέμονο (avgolémono)) to a soup or sauce
Πλήρης κλίση του ρήματος αβγοκόβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβγοκόβω
εσύ αβγοκόβεις
αυτός/αυτή/αυτό αβγοκόβει
εμείς αβγοκόβουμε
εσείς αβγοκόβετε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγοκόβουν / αβγοκόβουνε
Παρατατικός
εγώ αβγόκοβα
εσύ αβγόκοβες
αυτός/αυτή/αυτό αβγόκοβε
εμείς αβγοκόβαμε
εσείς αβγοκόβατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγόκοβαν / αβγοκόβαν / αβγοκόβανε
Αόριστος
εγώ αβγόκοψα
εσύ αβγόκοψες
αυτός/αυτή/αυτό αβγόκοψε
εμείς αβγοκόψαμε
εσείς αβγοκόψατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγόκοψαν / αβγοκόψαν / αβγοκόψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβγοκόβω
εσύ θα αβγοκόβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγοκόβει
εμείς θα αβγοκόβουμε
εσείς θα αβγοκόβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγοκόβουν / θα αβγοκόβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβγοκόψω
εσύ θα αβγοκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγοκόψει
εμείς θα αβγοκόψουμε
εσείς θα αβγοκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγοκόψουν / θα αβγοκόψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβγοκόψω
εσύ να αβγοκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αβγοκόψει
εμείς να αβγοκόψουμε
εσείς να αβγοκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβγοκόψουν / αβγοκόψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβγοκόψει
εσύ έχεις αβγοκόψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβγοκόψει
εμείς έχουμε αβγοκόψει
εσείς έχετε αβγοκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβγοκόψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβγοκόψει
εσύ είχες αβγοκόψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβγοκόψει
εμείς είχαμε αβγοκόψει
εσείς είχατε αβγοκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβγοκόψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβγοκόψει
εσύ θα έχεις αβγοκόψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβγοκόψει
εμείς θα έχουμε αβγοκόψει
εσείς θα έχετε αβγοκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβγοκόψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αβγόκοβε
(εσείς) αβγοκόβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβγόκοψε / αβγόκοφ'
(εσείς) αβγοκόψτε / αβγοκόφτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβγοκόβομαι
εσύ αβγοκόβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αβγοκόβεται
εμείς αβγοκοβόμαστε
εσείς αβγοκόβεστε / αβγοκοβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγοκόβονται
Παρατατικός
εγώ αβγοκοβόμουν / αβγοκοβόμουνα
εσύ αβγοκοβόσουν / αβγοκοβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αβγοκοβόταν / αβγοκοβότανε
εμείς αβγοκοβόμασταν / αβγοκοβόμαστε
εσείς αβγοκοβόσασταν / αβγοκοβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγοκόβονταν / αβγοκοβόντουσαν
Αόριστος
εγώ αβγοκόπηκα
εσύ αβγοκόπηκες
αυτός/αυτή/αυτό αβγοκόπηκε
εμείς αβγοκοπήκαμε
εσείς αβγοκοπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγοκόπηκαν / αβγοκοπήκαν / αβγοκοπήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβγοκόβομαι
εσύ θα αβγοκόβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγοκόβεται
εμείς θα αβγοκοβόμαστε
εσείς θα αβγοκόβεστε / θα αβγοκοβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγοκόβονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβγοκοπώ
εσύ θα αβγοκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγοκοπεί
εμείς θα αβγοκοπούμε
εσείς θα αβγοκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγοκοπούν / θα αβγοκοπούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβγοκοπώ
εσύ να αβγοκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό να αβγοκοπεί
εμείς να αβγοκοπούμε
εσείς να αβγοκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβγοκοπούν / αβγοκοπούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβγοκοπεί
εσύ έχεις αβγοκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβγοκοπεί
εμείς έχουμε αβγοκοπεί
εσείς έχετε αβγοκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβγοκοπεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβγοκοπεί
εσύ είχες αβγοκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβγοκοπεί
εμείς είχαμε αβγοκοπεί
εσείς είχατε αβγοκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβγοκοπεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβγοκοπεί
εσύ θα έχεις αβγοκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβγοκοπεί
εμείς θα έχουμε αβγοκοπεί
εσείς θα έχετε αβγοκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβγοκοπεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αβγοκόβεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβγοκόψου
(εσείς) αβγοκοπείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αβγοκόβοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αβγοκόψει
Μετοχή παρακειμένου
αβγοκομμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αβγοκόψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αβγοκοπεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.