to increase (in size, weight, quantity, number, …)
Πλήρης κλίση του ρήματος αβγατίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβγατίζω
εσύ αβγατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αβγατίζει
εμείς αβγατίζουμε
εσείς αβγατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγατίζουν / αβγατίζουνε
Παρατατικός
εγώ αβγάτιζα
εσύ αβγάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό αβγάτιζε
εμείς αβγατίζαμε
εσείς αβγατίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγάτιζαν / αβγατίζαν / αβγατίζανε
Αόριστος
εγώ αβγάτισα
εσύ αβγάτισες
αυτός/αυτή/αυτό αβγάτισε
εμείς αβγατίσαμε
εσείς αβγατίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγάτισαν / αβγατίσαν / αβγατίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβγατίζω
εσύ θα αβγατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγατίζει
εμείς θα αβγατίζουμε
εσείς θα αβγατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγατίζουν / θα αβγατίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβγατίσω
εσύ θα αβγατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγατίσει
εμείς θα αβγατίσουμε
εσείς θα αβγατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγατίσουν / θα αβγατίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβγατίσω
εσύ να αβγατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αβγατίσει
εμείς να αβγατίσουμε
εσείς να αβγατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβγατίσουν / αβγατίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβγατίσει
εσύ έχεις αβγατίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβγατίσει
εμείς έχουμε αβγατίσει
εσείς έχετε αβγατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβγατίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβγατίσει
εσύ είχες αβγατίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβγατίσει
εμείς είχαμε αβγατίσει
εσείς είχατε αβγατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβγατίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβγατίσει
εσύ θα έχεις αβγατίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβγατίσει
εμείς θα έχουμε αβγατίσει
εσείς θα έχετε αβγατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβγατίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αβγάτιζε
(εσείς) αβγατίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβγάτισε
(εσείς) αβγατίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβγατίζομαι
εσύ αβγατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αβγατίζεται
εμείς αβγατιζόμαστε
εσείς αβγατίζεστε / αβγατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγατίζονται
Παρατατικός
εγώ αβγατιζόμουν / αβγατιζόμουνα
εσύ αβγατιζόσουν / αβγατιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αβγατιζόταν / αβγατιζότανε
εμείς αβγατιζόμασταν / αβγατιζόμαστε
εσείς αβγατιζόσασταν / αβγατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγατίζονταν / αβγατιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αβγατίστηκα
εσύ αβγατίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αβγατίστηκε
εμείς αβγατιστήκαμε
εσείς αβγατιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβγατίστηκαν / αβγατιστήκαν / αβγατιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβγατίζομαι
εσύ θα αβγατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγατίζεται
εμείς θα αβγατιζόμαστε
εσείς θα αβγατίζεστε / θα αβγατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγατίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβγατιστώ
εσύ θα αβγατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αβγατιστεί
εμείς θα αβγατιστούμε
εσείς θα αβγατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβγατιστούν / θα αβγατιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβγατιστώ
εσύ να αβγατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αβγατιστεί
εμείς να αβγατιστούμε
εσείς να αβγατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβγατιστούν / αβγατιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβγατιστεί
εσύ έχεις αβγατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβγατιστεί
εμείς έχουμε αβγατιστεί
εσείς έχετε αβγατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβγατιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβγατιστεί
εσύ είχες αβγατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβγατιστεί
εμείς είχαμε αβγατιστεί
εσείς είχατε αβγατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβγατιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβγατιστεί
εσύ θα έχεις αβγατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβγατιστεί
εμείς θα έχουμε αβγατιστεί
εσείς θα έχετε αβγατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβγατιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αβγατίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβγατίσου
(εσείς) αβγατιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αβγατίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αβγατίσει
Μετοχή παρακειμένου
αβγατισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αβγατίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αβγατιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.