to fend off, push away (to prevent vessels touching)
Πλήρης κλίση του ρήματος αβαράρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβαράρω
εσύ αβαράρεις
αυτός/αυτή/αυτό αβαράρει
εμείς αβαράρουμε
εσείς αβαράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά αβαράρουν / αβαράρουνε
Παρατατικός
εγώ αβάραρα / αβαράριζα
εσύ αβάραρες / αβαράριζες
αυτός/αυτή/αυτό αβάραρε / αβαράριζε
εμείς αβαράραμε
εσείς αβαράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβάραραν / αβαράραν / αβαράρανε / αβαράριζαν
Αόριστος
εγώ αβάραρα / αβαράρισα
εσύ αβάραρες / αβαράρισες
αυτός/αυτή/αυτό αβάραρε / αβαράρισε
εμείς αβαράραμε
εσείς αβαράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβάραραν / αβαράραν / αβαράρανε / αβαράρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβαράρω
εσύ θα αβαράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβαράρει
εμείς θα αβαράρουμε
εσείς θα αβαράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβαράρουν / θα αβαράρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβαράρω
εσύ θα αβαράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβαράρει
εμείς θα αβαράρουμε
εσείς θα αβαράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβαράρουν / θα αβαράρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβαράρω
εσύ να αβαράρεις
αυτός/αυτή/αυτό να αβαράρει
εμείς να αβαράρουμε
εσείς να αβαράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβαράρουν / αβαράρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβαράρει
εσύ έχεις αβαράρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβαράρει
εμείς έχουμε αβαράρει
εσείς έχετε αβαράρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβαράρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβαράρει
εσύ είχες αβαράρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβαράρει
εμείς είχαμε αβαράρει
εσείς είχατε αβαράρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβαράρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβαράρει
εσύ θα έχεις αβαράρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβαράρει
εμείς θα έχουμε αβαράρει
εσείς θα έχετε αβαράρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβαράρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αβάραρε / αβάρα / αβαράριζε
(εσείς) αβαράρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβάραρε / αβάρα / αβαράρισε
(εσείς) αβαράρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αβαράροντας / έχοντας αβαράρει
Απαρέμφατο
αβαράρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.