to advance (payment), prepay, deposit
Πλήρης κλίση του ρήματος αβαντζάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αβαντζάρω
εσύ αβαντζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό αβαντζάρει
εμείς αβαντζάρουμε
εσείς αβαντζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά αβαντζάρουν / αβαντζάρουνε
Παρατατικός
εγώ αβαντζάριζα
εσύ αβαντζάριζες
αυτός/αυτή/αυτό αβαντζάριζε
εμείς αβαντζάραμε
εσείς αβαντζάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβαντζάριζαν / αβαντζάραν / αβαντζάρανε
Αόριστος
εγώ αβαντζάρισα
εσύ αβαντζάρισες
αυτός/αυτή/αυτό αβαντζάρισε
εμείς αβαντζάραμε
εσείς αβαντζάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αβαντζάρισαν / αβαντζάραν / αβαντζάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αβαντζάρω
εσύ θα αβαντζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβαντζάρει
εμείς θα αβαντζάρουμε
εσείς θα αβαντζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβαντζάρουν / θα αβαντζάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβαντζάρω
εσύ θα αβαντζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αβαντζάρει
εμείς θα αβαντζάρουμε
εσείς θα αβαντζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αβαντζάρουν / θα αβαντζάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αβαντζάρω
εσύ να αβαντζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να αβαντζάρει
εμείς να αβαντζάρουμε
εσείς να αβαντζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αβαντζάρουν / αβαντζάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αβαντζάρει
εσύ έχεις αβαντζάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αβαντζάρει
εμείς έχουμε αβαντζάρει
εσείς έχετε αβαντζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αβαντζάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αβαντζάρει
εσύ είχες αβαντζάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αβαντζάρει
εμείς είχαμε αβαντζάρει
εσείς είχατε αβαντζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αβαντζάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αβαντζάρει
εσύ θα έχεις αβαντζάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αβαντζάρει
εμείς θα έχουμε αβαντζάρει
εσείς θα έχετε αβαντζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αβαντζάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αβαντζάριζε
(εσείς) αβαντζάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αβαντζάρισε
(εσείς) αβαντζάρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αβαντζάροντας / έχοντας αβαντζάρει
Απαρέμφατο
αβαντζάρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.