to lift and carry
Πλήρης κλίση του ρήματος αίρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αίρω
εσύ αίρεις
αυτός/αυτή/αυτό αίρει
εμείς αίρουμε
εσείς αίρετε
Παρατατικός
εγώ ήρα
εσύ ήρες
αυτός/αυτή/αυτό ήρε
εμείς ήραμε
εσείς ήρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήραν
Αόριστος
εγώ ήρα
εσύ ήρες
αυτός/αυτή/αυτό ήρε
εμείς ήραμε
εσείς ήρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήραν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αίρω
εσύ θα αίρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αίρει
εμείς θα αίρουμε
εσείς θα αίρετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα άρω
εσύ θα άρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα άρει
εμείς θα άρουμε
εσείς θα άρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα άρουν / θα άρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να άρω
εσύ να άρεις
αυτός/αυτή/αυτό να άρει
εμείς να άρουμε
εσείς να άρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να άρουν / άρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω άρει
εσύ έχεις άρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει άρει
εμείς έχουμε άρει
εσείς έχετε άρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν άρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα άρει
εσύ είχες άρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε άρει
εμείς είχαμε άρει
εσείς είχατε άρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν άρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω άρει
εσύ θα έχεις άρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει άρει
εμείς θα έχουμε άρει
εσείς θα έχετε άρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν άρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αίρε
(εσείς) αίρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άρε / άρον
(εσείς) άρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αίρομαι
εσύ αίρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αίρεται
εμείς αιρόμαστε / αιρόμεθα
εσείς αίρεστε / αίρεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αίρονται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ήρετο
αυτοί/αυτές/αυτά αίρονταν / ήροντο
Αόριστος
εγώ άρθηκα / ήρθην
εσύ άρθηκες / ήρθης
αυτός/αυτή/αυτό ήρθη / άρθηκε
εμείς αρθήκαμε
εσείς αρθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήρθησαν / άρθηκαν / αρθήκαν / αρθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αίρομαι
εσύ θα αίρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αίρεται
εμείς θα αιρόμαστε / θα αιρόμεθα
εσείς θα αίρεστε / θα αίρεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αίρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρθώ
εσύ θα αρθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αρθεί
εμείς θα αρθούμε
εσείς θα αρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρθούν
Υποτακτική (να)
εγώ να αρθώ
εσύ να αρθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αρθεί
εμείς να αρθούμε
εσείς να αρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρθούν
Παρακείμενος
εγώ έχω αρθεί
εσύ έχεις αρθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρθεί
εμείς έχουμε αρθεί
εσείς έχετε αρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αρθεί
εσύ είχες αρθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρθεί
εμείς είχαμε αρθεί
εσείς είχατε αρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αρθεί
εσύ θα έχεις αρθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρθεί
εμείς θα έχουμε αρθεί
εσείς θα έχετε αρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αίρεστε / αίρεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) αρθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αίροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας άρει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αιρόμενος, -όμενη, -όμενο, -ομένη
Απαρέμφατο
άρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αρθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.