to have/hold, in the sense of holding (in one's possession) (a [legal/personal/possibly 'undesired']) property
Πλήρης κλίση του ρήματος έχω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ έχω
εσύ έχεις
αυτός/αυτή/αυτό έχει
εμείς έχουμε
εσείς έχετε
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν / έχουνε
Παρατατικός
εγώ είχα
εσύ είχες
αυτός/αυτή/αυτό είχε
εμείς είχαμε
εσείς είχατε
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν / είχανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα έχω
εσύ θα έχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει
εμείς θα έχουμε
εσείς θα έχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν / θα έχουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έχε
(εσείς) έχετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
έχοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.