to draw, pull
Πλήρης κλίση του ρήματος έλκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ έλκω
εσύ έλκεις
αυτός/αυτή/αυτό έλκει
εμείς έλκουμε
εσείς έλκετε
αυτοί/αυτές/αυτά έλκουν / έλκουνε
Παρατατικός
εγώ είλκα
εσύ είλκες
αυτός/αυτή/αυτό είλκε
εμείς έλκαμε
εσείς έλκατε
αυτοί/αυτές/αυτά είλκαν / έλκαν / έλκανε
Αόριστος
εγώ είλξα
εσύ είλξες
αυτός/αυτή/αυτό είλξε
εμείς έλξαμε
εσείς έλξατε
αυτοί/αυτές/αυτά είλξαν / έλξαν / έλξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα έλκω
εσύ θα έλκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα έλκει
εμείς θα έλκουμε
εσείς θα έλκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα έλκουν / θα έλκουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα έλξω
εσύ θα έλξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα έλξει
εμείς θα έλξουμε
εσείς θα έλξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα έλξουν / θα έλξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να έλξω
εσύ να έλξεις
αυτός/αυτή/αυτό να έλξει
εμείς να έλξουμε
εσείς να έλξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να έλξουν / έλξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω έλξει
εσύ έχεις έλξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει έλξει
εμείς έχουμε έλξει
εσείς έχετε έλξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν έλξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα έλξει
εσύ είχες έλξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε έλξει
εμείς είχαμε έλξει
εσείς είχατε έλξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν έλξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω έλξει
εσύ θα έχεις έλξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει έλξει
εμείς θα έχουμε έλξει
εσείς θα έχετε έλξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν έλξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έλκε
(εσείς) έλκετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έλξε
(εσείς) έλξτε / έλξατε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ έλκομαι
εσύ έλκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό έλκεται
εμείς ελκόμαστε
εσείς έλκεστε / ελκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά έλκονται
Παρατατικός
εγώ ελκόμουν / ελκόμουνα
εσύ ελκόσουν / ελκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ελκόταν / ελκότανε
εμείς ελκόμασταν / ελκόμαστε
εσείς ελκόσασταν / ελκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά έλκονταν / ελκόντουσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα έλκομαι
εσύ θα έλκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα έλκεται
εμείς θα ελκόμαστε
εσείς θα έλκεστε / θα ελκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα έλκονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) έλκεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έλξου
(εσείς) είτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
έλκοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας έλξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ελκόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
έλξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.