to lead
Πλήρης κλίση του ρήματος άγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ άγω
εσύ άγεις
αυτός/αυτή/αυτό άγει
εμείς άγουμε
εσείς άγετε
αυτοί/αυτές/αυτά άγουν / άγουνε
Παρατατικός
εγώ ‑ήγα
εσύ ‑ήγες
αυτός/αυτή/αυτό ‑ήγε
εμείς ‑άγαμε / ‑ήγαμε
εσείς ‑άγατε / ‑ήγατε
αυτοί/αυτές/αυτά ‑ήγαν
Αόριστος
εγώ ‑ήγαγα
εσύ ‑ήγαγες
αυτός/αυτή/αυτό ‑ήγαγε
εμείς ‑αγάγαμε
εσείς ‑αγάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά ‑ήγαγαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα άγω
εσύ θα άγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα άγει
εμείς θα άγουμε
εσείς θα άγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα άγουν / θα άγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ‑αγάγω
εσύ θα ‑αγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ‑αγάγει
εμείς θα ‑αγάγουμε
εσείς θα ‑αγάγετε
Υποτακτική (να)
εγώ να ‑αγάγω
εσύ να ‑αγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό να ‑αγάγει
εμείς να ‑αγάγουμε
εσείς να ‑αγάγετε
Παρακείμενος
εγώ έχω ‑αγάγει
εσύ έχεις ‑αγάγει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ‑αγάγει
εμείς έχουμε ‑αγάγει
εσείς έχετε ‑αγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ‑αγάγει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ‑αγάγει
εσύ είχες ‑αγάγει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ‑αγάγει
εμείς είχαμε ‑αγάγει
εσείς είχατε ‑αγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ‑αγάγει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ‑αγάγει
εσύ θα έχεις ‑αγάγει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ‑αγάγει
εμείς θα έχουμε ‑αγάγει
εσείς θα έχετε ‑αγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ‑αγάγει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άγε
(εσείς) άγετε / ‑άγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) ‑αγάγετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ άγομαι
εσύ άγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό άγεται
εμείς αγόμαστε / αγόμεθα
εσείς άγεστε / άγεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά άγονται
Παρατατικός
εγώ αγόμουν
αυτός/αυτή/αυτό αγόταν
εμείς αγόμασταν
αυτοί/αυτές/αυτά άγονταν
Αόριστος
εγώ άχθηκα
εσύ άχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό άχθηκε / ήχθη
εμείς αχθήκαμε
εσείς αχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά άχθηκαν / ήχθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα άγομαι
εσύ θα άγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα άγεται
εμείς θα αγόμαστε / θα αγόμεθα
εσείς θα άγεστε / θα άγεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα άγονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αχθώ
εσύ θα αχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αχθεί
εμείς θα αχθούμε
εσείς θα αχθείτε
Υποτακτική (να)
εγώ να αχθώ
εσύ να αχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αχθεί
εμείς να αχθούμε
εσείς να αχθείτε
Παρακείμενος
εγώ έχω αχθεί
εσύ έχεις αχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αχθεί
εμείς έχουμε αχθεί
εσείς έχετε αχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αχθεί
εσύ είχες αχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αχθεί
εμείς είχαμε αχθεί
εσείς είχατε αχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αχθεί
εσύ θα έχεις αχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αχθεί
εμείς θα έχουμε αχθεί
εσείς θα έχετε αχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) άγεστε / άγεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) αχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
άγουσα / άγοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ‑αγάγει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
-αγόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
‑η
Απαρέμφατο
‑αγάγει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.